<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?>
<rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>Η Επόμενη Στιγμή &#187; Ο Εκείνος</title>
	<atom:link href="http://enallagi.org/sindenial/content/prose/ekeinos/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>http://enallagi.org/sindenial</link>
	<description>Λιπαντικό Αρίστης Ποιότητος</description>
	<lastBuildDate>Sat, 23 Jan 2010 10:09:29 +0000</lastBuildDate>
	<generator>http://wordpress.org/?v=2.8.1</generator>
	<language>en</language>
	<sy:updatePeriod>hourly</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>1</sy:updateFrequency>
			<item>
		<title>Βράδυ. Πολύ βράδυ τετάρτης.</title>
		<link>http://enallagi.org/sindenial/2009/02/06/prose/%ce%b2%cf%81%ce%ac%ce%b4%cf%85-%cf%80%ce%bf%ce%bb%cf%8d-%ce%b2%cf%81%ce%ac%ce%b4%cf%85-%cf%84%ce%b5%cf%84%ce%ac%cf%81%cf%84%ce%b7%cf%82/</link>
		<comments>http://enallagi.org/sindenial/2009/02/06/prose/%ce%b2%cf%81%ce%ac%ce%b4%cf%85-%cf%80%ce%bf%ce%bb%cf%8d-%ce%b2%cf%81%ce%ac%ce%b4%cf%85-%cf%84%ce%b5%cf%84%ce%ac%cf%81%cf%84%ce%b7%cf%82/#comments</comments>
		<pubDate>Fri, 06 Feb 2009 18:35:59 +0000</pubDate>
		<dc:creator>satan</dc:creator>
				<category><![CDATA[Ο Εκείνος]]></category>
		<category><![CDATA[Πρόζα]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://enallagi.org/sindenial/?p=521</guid>
		<description><![CDATA[Ήταν γύρο στις τέσσερεις το βράδυ και ο Κωστής Κατσούλης τύλιξε το κασκόλ του γύρο από τον λαιμό του και έβαλε ένα τσιγάρο στο στόμα του. Έβγαλε τον ασημένιο ζίπο από την τσέπη του. Προσπάθησε πεντέξι φορές να τον ανάψει αλλά μάταια. «Γαμώ την παναγία ρε!» μονολόγησε και κοίταξε γύρο του μπας και βρει κάναν [...]]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p>Ήταν γύρο στις τέσσερεις το βράδυ και ο Κωστής Κατσούλης τύλιξε το κασκόλ του γύρο από τον λαιμό του και έβαλε ένα τσιγάρο στο στόμα του. Έβγαλε τον ασημένιο ζίπο από την τσέπη του. Προσπάθησε πεντέξι φορές να τον ανάψει αλλά μάταια. «Γαμώ την παναγία ρε!» μονολόγησε και κοίταξε γύρο του μπας και βρει κάναν άνθρωπο να του ζητήσει αναπτήρα. Ήταν εντελώς μόνος. Αυτός η βαλίτσα το βαρύ γκρι παλτό του και το τσιγάρο να στέκετε άχαρο κρεμασμένο από τα χίλια του και να περιμένει το ταξί. « Τον μαλάκα τον ταρίφα» μονολόγησε ξανά. Τράβηξε το τσιγάρο και το έβαλε πίσω στο πακέτο μαζί με τα υπόλοιπα και ξανά στη ζεστή του τσέπη. Γύρισε πίσω στη μικρή πλατεία και μπήκε σε ένα κόκκινο τηλεφωνικό θάλαμο. Έβγαλε από το πορτοφόλη του μια τηλεκάρτα και πληκτρολόγησε γρήγορα τα νούμερα. « Ναι! Ναι για σας είχα ζητήσει ένα ταξί πριν είκοσι λεπτά αλλά δεν έχει εμφανιστεί ακόμα. Ξέρεται είναι και το κρύο τέτοια εποχή… Δεν θέλω να φανώ περίεργος ή γκρινιάρης απλός πείτε μου σε πόση ώρα θα έρθει. Ναι ναι. Κωστής Κατσούλης. Ok σας ευχαριστώ. Ναι και με συγχωρείτε.» έκλισε το ακουστικό και επέστρεψε στην θέση του. Άνοιξε την βαλίτσα του και έβγαλε ένα ζευγάρι γάντια και ένα σκούφο. Τα φόρεσε και αναστέναξε. « Άμα ο μαλάκας ο ταξιτζής δεν μου δώσει ακριβός τα ρέστα θα του κάνω φασαρία. Ποτέ δεν δίνουν ακριβός τα ρέστα. Δεν φτάνει που με έστησε θα μου πάρει και τα ψιλά… Σιγά να μην τον αφήσω.» Κοίταξε απέναντι τον δρόμο. Το φανάρι αναβόσβηνε μόνο του. Μια γάτα πέρασε στο πεζοδρόμιο και χώθηκε στον κάδο με τα σκουπίδια. Περίμενε. </p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://enallagi.org/sindenial/2009/02/06/prose/%ce%b2%cf%81%ce%ac%ce%b4%cf%85-%cf%80%ce%bf%ce%bb%cf%8d-%ce%b2%cf%81%ce%ac%ce%b4%cf%85-%cf%84%ce%b5%cf%84%ce%ac%cf%81%cf%84%ce%b7%cf%82/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>2</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Άξιομ Εστί</title>
		<link>http://enallagi.org/sindenial/2006/06/17/prose/aksiomesti/</link>
		<comments>http://enallagi.org/sindenial/2006/06/17/prose/aksiomesti/#comments</comments>
		<pubDate>Sat, 17 Jun 2006 16:09:30 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Sino</dc:creator>
				<category><![CDATA[Ο Εκείνος]]></category>
		<category><![CDATA[Πρόζα]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://enallagi.org/sindenial/2006/06/17/prose/aksiomesti/</guid>
		<description><![CDATA[Γι&#8217; αυτό, σημειώνω εδώ: όσο πιό πλούσιος είναι κάποιος τόσο πιό κάφρος είναι. Τα πλούτη, η άνεση: σε κάνουν να πιστεύεις πως μπορείς να κάνεις τα πάντα, σε σταματάνε από το να σκέφτεσαι, από το να πράττεις καθαρά, σου σκοτώνουνε τη συνείδηση. Φυσικά, υπάρχουνε βαθμίδες, γι&#8217; αυτό και το γράφω ως γενικό κανόνα&#8230;
Το κλείνω. Αρκετά. [...]]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p><em>Γι&#8217; αυτό, σημειώνω εδώ: όσο πιό πλούσιος είναι κάποιος τόσο πιό κάφρος είναι. Τα πλούτη, η άνεση: σε κάνουν να πιστεύεις πως μπορείς να κάνεις τα πάντα, σε σταματάνε από το να σκέφτεσαι, από το να πράττεις καθαρά, σου σκοτώνουνε τη συνείδηση. Φυσικά, υπάρχουνε βαθμίδες, γι&#8217; αυτό και το γράφω ως γενικό κανόνα&#8230;</em></p>
<p>Το κλείνω. Αρκετά. Ένα μάτσο αηδίες. Και ποιός είσαι εσύ ρε μάστορα, που θα μας πεις τι κάνει ο πλούτος και τι όχι; Ποιός είσαι;.. Έπιασε ο καθένας έναν στυλό κι ένα τετράδιο και&#8230; Α! Με συγχωρείτε, δεν συστήθηκα: Ιάκωβος Τσιτουράκης, εκμεταλλευτής περουσιών. Των γονιών μου, κυρίως. Γενικά χαμογελαστός. Ελεύθερος τύπος. Πίνω πολύ νερο και μου αρέσουνε τα πικάντικα γεύματα.</p>
<p>Έχω μιαν ιστορία να σας πω, έχει να κάνει με χθες το βράδυ που γύριζα σπίτι μου με τον κολλητό μου. Ο κολλητός μου, ψηλό παληκάρι, γενικά χαμογελαστός, ελεύθερος τύπος, τον λένε Χρήστο. Τον φιλοξενώ τον τελευταίο καιρό, καθώς έπιασε δουλειά σε ένα βενζινάδικο εδώ πιο κάτω και θέλει να κρατήσει μια καβάτζα σε λεφτά, να πάει ένα ταξίδι, κάτι τέτοιο. Είναι μαλωμένος με τους δικούς του. Για τα όνειρα του. Έχει όνειρα ο Χρήστος. Δε τα πραγματοποιεί ποτέ βέβαια, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Πρόβλημα του. Εγώ δεν έχω όνειρα, εντάξει, ίσως δυό-τρία στη καβάτζα &#8212; όπως το να καταφέρω να πηδηχτώ με δυό γκόμενες ταυτόχρονα, όπως το να παίξω κιθάρα μπροστά σε πολύ κόσμο που να χειροκροτάει από κάτω, τέτοια πράγματα. Αλλά δε καίγομαι κιόλας. Καλά περνάω κι έτσι&#8230;</p>
<p>Χθες το βράδυ, βγήκαμε έξω για γύρα, βρήκαμε κάποιον φίλο του Χρήστου απ&#8217; τα παλιά &#8212; οι δυό τους είχανε γνωριστεί στο φανταριλίκι ή στη σκοπιά ή στο περίπολο, δε θυμάμαι ακριβώς και δε μου κάνει κι εντύπωση. Στ&#8217; αρχίδια μου εμένα το φανταριλίκι, ως που να φτάσει η ώρα να παρουσιαστώ θα έχει καταργηθεί όλη αυτή η μαλακία. Τέλος πάντων, αυτός ο φίλος του Χρήστου, ο Α., επέμενε να πάμε στην αυλή του για τσίπουρο και μεζέ. Δε θέλαμε πολύ βέβαια κι εμείς, βρήκαμε επιτέλους τι θα κάναμε να σκοτώσουμε την ώρα μας, αντί να τριγυρνάμε δίπλα στη παραλία και να σφυρίζουμε όποτε βλέπαμε καμιάν όμορφη. Α, ναι, η παραλία: εδώ πέρα είναι ένα παραλιακό, μικρό χωριουδάκι, έχει μιά παραλία και κάτι σκόρπιους δρόμους, είναι γραφικό, έχει το γούστο του σίγουρα. Σου σκοτώνει βέβαια τη φαντασία με τη ρουτίνα του και την έλλειψη επιλογών (ο Χρήστος διαφωνεί, όλο τσατίζεται όταν του το λέω αυτό και μου φωνάζει πως &#8220;<em>οι επιλογές είναι πάντα εκεί, ανεξαρτήτως μέρους και ώρας, θέμα διάθεσης είναι ρε φιλαράκο, θέμα διάθεσης!</em>&#8220;. Τέλος πάντων, δε περιμένω και πολλά από τον Χρήστο, όλο λόγια και φιγούρα είναι, καλά-καλά τα κορδόνια του δε μπορεί να δέσει)&#8230; Δε γαμείς, είναι γραφικά, πολλοί θα μας ζήλευαν.</p>
<p>Κάτσαμε -το λοιπόν- στην αυλή, ήπιαμε τα τσιπουράκια μας, τσιμπήσαμε κάτι σχεδόν ζωντανές ντομάτες και κάτι σίγουρα ψόφια ψάρια, μασουλήσαμε λίγα παξιμάδια, είπαμε και τα &#8220;δικά μας&#8221;, τα ίδια λόγια φτου κι από την αρχή, μη τυχόν κι εξεχαστούμε και νομίσουμε πως άλλαξε κάτι, έφυγε η γη από τον άξονα της ξέρω &#8216;γω ή σταμάτησε ο μπαρμπα-Άγγελος να σκοτώνει τα δέντρα και να αδειάζει το δάσος και τώρα θα πνιγούμε από την βλάστηση&#8230; Ο Χρήστος επέμενε πως χρειαζόμαστε ποτό στο καπάκι. Εγώ πάλι όχι, εγώ επέμενα να γυρίσω στο σπίτι και να πάρω αγκαλιά την εδώ και πολλά χρόνια γυναίκα μου, την αξιαγάπητη Κουβέρτα. Τελικά πέρασε το δικό του, κυρίως επειδή βαριόμουνα να γυρίσω στο σπίτι μόνος μου χωρίς μουσική. Πήγαμε οι τρεις μας στο Up &#038; Above, το τοπικό κλαμπόμπαρο, τσιμπήσαμε από δυό ποτάκια και μια επιλογή σφηνοπότηρων γεμάτων με λογής-λογής χρώματα που σου γαμάνε το κεφάλι, το στομάχι, τα νεφρά, τα φρύδια και τις μασχάλες, παίξαμε δυό μπιλιαρδάκια με κάτι γκόμενες ξενέρωτες, βαρεθήκαμε, αυτά. Εδώ είναι που ξεκινάει το ωραίο&#8230;</p>
<p>Βγήκαμε -το λοιπόν- από &#8216;κει μέσα με τα κεφάλια μας κάπου αλλού, τώρα μη με ρωτάς που &#8212; δε ξέρω. Κατά το λαϊκόν, &#8220;είχαμε ξεφύγει&#8221;. Προχωρούσαμε στα στενάκια και φωνάζαμε ο ένας στον άλλονε κάτι ακαταλαβίστικα <em>ΦΡΡΣΣΤΤ ΓΚΑΓΚΑ ΚΑ ΓΚΑΓΚΑ ΦΡΡΡΣΣΤΤΤ</em>, γιατί νομίζαμε πως είναι αστείο να κάνει κανείς κάτι τέτοιο. Μετά εγώ άρχισα να του λέω για μια γκόμενα που είχα πριν τέσσερα χρόνια που ήταν και πολύ πόρνη, &#8220;<em>η πλαμμένη η βόρνη</em>&#8220;, χαρακτηριστικά. Μετά ο Χρήστος &#8220;<em>ρε Ιάκωβε, εγώ λέω να κλέψουμε κάτι, κανείς δε κλειδώνει τίποτα εδώ πέρα</em>&#8220;. Δοκίμασε να ξηλώσει κάτι φωτιστικά από τον δρόμο, έσυρε μια πινακίδα που ξερίζωσε από ένα περίπτερο για καμιά εικοσαρία μέτρα, μετά σιχάθηκε (&#8221;<em>είναι και βαριά η πουτάνα, &#8216;σταδιάλα, φύγε μωρή, φύγε, ούστ γορίλλα!</em>&#8220;), προχωρούσε μόνος του και φώναζε στους θάμνους και τις σιδεριές &#8220;<em>δε μπορεί! Κάτι άξιο καβάτζας θα βρεθεί γαμώ τον Αϊ-Γεράσιμο, που θα πάει! Δε μπορεί!</em>&#8220;. Τελικά βρήκε ένα ποδήλατο, ολοκαίνουριο, κάτω από το παράπηγμα των Αλβανών. Ξεκλείδωτο. Σάμπως ποιός θα το έκλεβε, ο Αϊ-Γεράσιμος, ή τα πλουσιόπαιδα που δεν έχουνε ανάγκη από ποδήλατο;</p>
<p>Το σήκωσε ο κερατούκλης. Το πήρε στα χέρια, το ανέβασε ως το σπίτι και το έκρυψε πίσω από κάτι θάμνους. Χωρίς κανένα λόγο. Στ&#8217; αρχίδια μας οι Αλβανοί, ας μάθουνε πως δεν είναι σωστό να αφήνεις πράγματα ξεκλείδωτα. Έτσι είναι η ζωή, μωρό μου. <strong>Τώρα τρώμε μακαρόνια και γελάμε.</strong></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://enallagi.org/sindenial/2006/06/17/prose/aksiomesti/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Χωρίς Αναπτήρα στο Ίδιο Σκηνικό</title>
		<link>http://enallagi.org/sindenial/2006/06/12/prose/iakwvos2/</link>
		<comments>http://enallagi.org/sindenial/2006/06/12/prose/iakwvos2/#comments</comments>
		<pubDate>Mon, 12 Jun 2006 11:04:41 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Sino</dc:creator>
				<category><![CDATA[Ο Εκείνος]]></category>
		<category><![CDATA[Πρόζα]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://enallagi.org/sindenial/2006/06/12/prose/iakwvos2/</guid>
		<description><![CDATA[Δεν υπήρχε ποτέ κανένα πραγματικό πρόβλημα. Όλα ήταν θέμα συμπτώσεων. Και προσωπικού γούστου.
Ο Ιάκωβος πηγαινοερχόταν για άλλη μια φορά. Εγώ σκεφτόμουνα αμίλητος και -προς το παρών- ακάπνιστος. Μετά από προσεκτική μελέτη και σοβαρή σκέψη, είχα φτάσει στο συμπέρασμα πως όλοι οι αναπτήρες γαμιούνται πατόκορφα, εντός, εκτός κι επί τ&#8217; αυτά. Εκείνος κάτι έλεγε για το [...]]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p>Δεν υπήρχε ποτέ κανένα <strong>πραγματικό</strong> πρόβλημα. Όλα ήταν θέμα συμπτώσεων. Και προσωπικού γούστου.</p>
<p>Ο Ιάκωβος πηγαινοερχόταν για άλλη μια φορά. Εγώ σκεφτόμουνα αμίλητος και -προς το παρών- ακάπνιστος. Μετά από προσεκτική μελέτη και σοβαρή σκέψη, είχα φτάσει στο συμπέρασμα πως όλοι οι αναπτήρες <strong>γαμιούνται πατόκορφα</strong>, εντός, εκτός κι επί τ&#8217; αυτά. <strong>Εκείνος</strong> κάτι έλεγε για το επικίνδυνο του όλου πράγματος. Της φάσης. &#8220;<em>Θα έχουμε προβλήματα</em>&#8220;, έλεγε&#8230;</p>
<p>Κάποιο περβάζι με λουλούδια απέναντι. Εδώ πέρα καθόμουνα και μ&#8217; αυτήνανε, βλέπαμε μια κουβέρτα γεμάτη λουλουδάκια ροζ και κόκκινα και πορτοκαλί, απέναντι. Τί διάολο δουλειά έχει μια <strong>κουβέρτα</strong> κρεμασμένη στο μπαλκόνι, καλοκαιριάτικα; Έκλεινα τα μάτια και ξάπλωνα. Επέμενε αυτή: <em>αγόρασε εσύ ένα πακέτο προφυλακτικά κι εγώ μέσα είμαι</em>. Επέμενε πως <em>και ο κώλος της, γεννητικό όργανο κι αυτός</em>. Εγώ είχα ένα κεφάλι γεμάτο αυτοπεποίθηση και κώλους, <strong>ο μαλάκας</strong>. Τη φιλούσα και σε περίεργα σημεία &#8212; μεταξύ μας αυτά. Μεταξύ εμάς και μερικών αφρικάνικων φυλών. <em>Ίσως είχανε τη κουβέρτα για χαλί</em>, της είχα πει. Τί δουλειά έχει μια <strong>κουβέρτα</strong> για χαλί κρεμασμένη σε ένα μπαλκόνι, καλοκαιριάτικα;</p>
<p>Είχα την τάση να τηλε-αυτο-μεταφέρομαι σε άλλα σημεία και άλλους χρόνους, τότε. Ίσως να την έχω ακόμα. Ο Ιάκωβος δεν είχε ακόμα πεθάνει και &#8220;μας εκνεύριζε&#8221; με το πάνω-κάτω του. Χαμογελούσε κίτρινα και άκρως αηδιαστικά. <strong>Εκείνος</strong> κοιτούσε προς τα κάτω, παριστάνοντας πως δε κοιτάει πουθενά, έχοντας πει ό,τι είχε να πει. Αυτό ήταν.</p>
<p>Προβλήματα παντώς δεν υπήρξαν <strong>ποτέ</strong>.</p>
<p>&#8220;<em>Αύριο, να συζητήσουμε για το πώς θα ξεκινήσει, έτσι δικέ μου; Καλή η ιδέα -και η ιδεά, χαχά- αλλά χρειαζόμαστε και όραμα, να τις βάλουμε όλες τι πράξεις σε μιά σειρά. Σωστά, ε; Πρέπει να βάλουμε μπρος&#8230; Να ξεκινήσει&#8230;</em>&#8220;. Ο Ιάκωβος μιλούσε σε δυό πρόσωπα σα να μιλούσε σε ένα. Ο Ιάκωβος, χαρωπός και κίτρινος, μύριζε ιδρώτα και λυκίσκο. Κανείς μας δεν είχε το κέφι του Ιάκωβου. Θα ξεκινούσε, θα χωνόμασταν, θα τη βγάζαμε <strong>καθαρή</strong>. Τα υπόλοιπα περί οραμάτων και πράξεων και μπλαμπλα ήταν περιττά. <strong>Εκείνος</strong> φοβόταν κιόλας λιγουλάκι.</p>
<p>&#8220;<em>Σωστά&#8230;</em>&#8221;</p>
<p>Εμείς <strong>δεν</strong> είχαμε προβλήματα. Σηκώθηκα να πάω να φέρω αναπτήρα από κανένα gift shop, παρακάτω στον δρόμο. Σερνόμουν. Από λίγο παραπάνω άκουσα τον Ιάκωβο να <strong>σφυρίζει</strong>.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://enallagi.org/sindenial/2006/06/12/prose/iakwvos2/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>1</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Και Τώρα, Ας Ξεμπλέξουμε!..</title>
		<link>http://enallagi.org/sindenial/2006/06/08/prose/twra-ksempleksoume/</link>
		<comments>http://enallagi.org/sindenial/2006/06/08/prose/twra-ksempleksoume/#comments</comments>
		<pubDate>Thu, 08 Jun 2006 14:02:10 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Sino</dc:creator>
				<category><![CDATA[Ο Εκείνος]]></category>
		<category><![CDATA[Πρόζα]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://enallagi.org/sindenial/2006/06/08/prose/%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%cf%84%cf%8e%cf%81%ce%b1-%ce%b1%cf%82-%ce%be%ce%b5%ce%bc%cf%80%ce%bb%ce%ad%ce%be%ce%bf%cf%85%ce%bc%ce%b5/</guid>
		<description><![CDATA[&#8220;Θέλουνε να με κρατήσουνε άλλο τόσο και δεν ξέρω τι στον διάολο ζητάνε από εμένα&#8220;, επέμεινε. &#8220;Εγώ πιστεύω πως δε θα έπρεπε να είχαμε μπλέξει έτσι από την αρχή, ε; Δε θα έπρεπε να χωνόμαστε όπου δε μας σπέρνουνε, ε; Εσύ τί λες;&#8220;. Δε κουνάω. Στέκομαι στο ίδιο σημείο του πηγαδιού κι απλά τεντώνω το [...]]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p>&#8220;<em>Θέλουνε να με κρατήσουνε άλλο τόσο και δεν ξέρω τι στον διάολο ζητάνε από εμένα</em>&#8220;, επέμεινε. &#8220;<em>Εγώ πιστεύω πως δε θα έπρεπε να είχαμε μπλέξει έτσι από την αρχή, ε; Δε θα έπρεπε να χωνόμαστε όπου δε μας σπέρνουνε, ε; Εσύ τί λες;</em>&#8220;. Δε κουνάω. Στέκομαι στο ίδιο σημείο του πηγαδιού κι απλά τεντώνω το πακέτο προς τη μεριά του. <strong>Εκείνος</strong> κάνει πως δε κατάλαβε τη κίνηση μου, μα βλέπω την άκρη του ματιού του να κινείται ελάχιστα. Βλέπει. Ακουμπάω το πακέτο στον καρπό του. Παίρνει τσιγάρο.</p>
<p>&#8220;<em>Κανένας σας δε μιλάει. Το ξέρω αυτό. Αλλά έχω δίκιο να μετανιώνω. Δεν έχω;</em>&#8220;. Ρουφάω τον καπνό μου ήρεμος. Θαρρείς αδιαφορώ. Τεντώνω τα πόδια μου.</p>
<p>&#8220;<em>Τί στον διάολο θα γίνει</em>;&#8221;.</p>
<p>Στέκομαι ακόμη στο ίδιο σημείο του πηγαδιού και σιγά-σιγά οι ήχοι των χελιδονιών γύρω μου, η μυρωδιά της κουζίνας από το ταβερνάκι του Γιώργου λίγο παρακάτω, ο κόσμος που περνάει σχεδόν τηγανισμένος από τα λάδια ηλιοθεραπείας και τους σαράντα βαθμούς υπό σκιάν, το όλο σκηνικό γύρω μου με μεταφέρει κάπου αλλού. Ξεφυσάω και παραδίνομαι.</p>
<p>Όταν επιστρέφω <strong>εκείνος</strong> μουρμουράει κάτι σαν &#8220;<em>δε μπορώ να καταλάβω πιά. Είναι που&#8230;</em>&#8220;. Μου πέφτει το πακέτο. Μένω στην ίδια θέση και προσπαθώ να σηκώσω το πακέτο χρησιμοποιώντας μόνο τις πατούσες μου. Προσέχω κάτι γυαλιά από σπασμένη μπύρα στα πλακάκια. Από πέρα, από τη παραλία ακούγεται ένα αμάξι να περνάει με μπίτια στο τέρμα.</p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://enallagi.org/sindenial/2006/06/08/prose/twra-ksempleksoume/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
		<item>
		<title>Δεν Θυμάμαι Που Ακριβώς Ήταν το Δυστύχημα, Αλλά&#8230;</title>
		<link>http://enallagi.org/sindenial/2006/05/31/prose/iakwvos1/</link>
		<comments>http://enallagi.org/sindenial/2006/05/31/prose/iakwvos1/#comments</comments>
		<pubDate>Wed, 31 May 2006 15:30:26 +0000</pubDate>
		<dc:creator>Sino</dc:creator>
				<category><![CDATA[Ο Εκείνος]]></category>
		<category><![CDATA[Πρόζα]]></category>

		<guid isPermaLink="false">http://enallagi.org/sindenial/2006/05/31/prose/iakwvos1/</guid>
		<description><![CDATA[&#8220;Τέλος πάντων, κάπως θα ξεκινήσει κι αυτό&#8220;, χαρωπά-χαρωπά εχοροπήδησε ο Ιάκωβος. &#8220;Θα ξεκινήσει, δε θα ξεκινήσει; Ε; Τί λες κι εσύ, θα ξεκινήσει; Κάπως πρέπει να ξεκινήσει&#8230;&#8220;. Και πήγε παρακάτω. Και ξαναγύρισε. Και ξαναπήγε. Και ήρθε πίσω και σήκωσε το πάνω του χείλι, δείχνοντας δόντια κατακίτρινα και με μπαλώματα μούχλας &#8212; τουλάχιστον μούχλα έμοιαζε να [...]]]></description>
			<content:encoded><![CDATA[<p><span class="field">&#8220;<em>Τέλος πάντων, κάπως θα ξεκινήσει κι αυτό</em>&#8220;, χαρωπά-χαρωπά εχοροπήδησε ο Ιάκωβος. &#8220;<em>Θα ξεκινήσει, δε θα ξεκινήσει; Ε; Τί λες κι εσύ, θα ξεκινήσει; Κάπως πρέπει να ξεκινήσει&#8230;</em>&#8220;. Και πήγε παρακάτω. Και ξαναγύρισε. Και ξαναπήγε. Και ήρθε πίσω και σήκωσε το πάνω του χείλι, δείχνοντας δόντια κατακίτρινα και με μπαλώματα μούχλας &#8212; τουλάχιστον μούχλα έμοιαζε να είναι αυτό το πράγμα, αρκετά τρομακτικό, σας διαβεβαιώ. Τρομακτικό, χμ &#8212; ίσως η λέξη που ψάχνω να είναι <strong>αποτρόπαιο</strong>. Ίσως. Τέλος πάντων, αυτή είναι η αρχή (για να δοκιμάσουμε τις αντοχές σας. Ξέρετε τί είναι η αρχή; Ε; Ξέρετε λοιπόν τι είναι η αρχή; Ε;). Αυτό ήταν ένα χαμόγελο. <strong>Κίτρινο</strong>.</p>
<p>&#8220;<em>Θα ξεκινήσει, ξέρω &#8216;γω ρε Ιάκωβε, θα ξεκινήσει&#8230;</em>&#8221; του απάντησε κι <strong>εκείνος</strong>. Δε χαμογέλασε όμως. Στη τελική, μάγκα μου, τί χαμόγελο να ρίξεις εδώ πέρα, σιγά το σπουδαίο κέφι. Θα ξεκινήσει. Και θα χωθούμε, το ξέρουμε όλοι, <strong>αν</strong> και <strong>όταν</strong>. Εντάξει, ο Ιάκωβος σε γενικές γραμμές πάντα χαμογελούσε -ήταν μιά από τις μικρές σιροπιαστές του εκδικήσεις, εκδικούνταν την κοινωνία που τον έκανε πρεζάκι στη ζάχαρη, λογικά- και πάντα χοροπηδούσε και πάντα σιγοσφύριζε όταν περπατούσε ή στεκόταν ή δεν έκανε τίποτε άλλο και εδώ που τα λέμε ο Ιάκωβος πάντα ήταν <strong>και γαμώ</strong> τα άτομα. Κρίμα που τον χάσαμε σε εκείνο το αεροπορικό δυστύχημα, το ενενηντατέσσερα &#8212; τρεις μέρες μετά δηλαδή.</p>
<p>Εγώ τους κοιτούσα από απόσταση. Πιό πολύ μ&#8217; ενδιέφερε να μάθω για τον νέο δίσκο της <strong>Siouxsie</strong>.</p>
<p><strong>Εκείνος</strong> ανέβασε τα μάτια του. Ο Ιάκωβος σταμάτησε να βολτάρει και έκατσε στην άκρη του πηγαδιού. <strong>Σφυρίζοντας</strong>. Εγώ άναψα τσιγάρο. Ο Ιάκωβος άρπαξε τη μπύρα από τα χέρια του και βάλθηκε να θρυμματίζει το γυαλί του μπουκαλιού, συνεχίζοντας να σφυρίζει σα να μη παίζει τίποτα. Εγώ πέταξα το τσιγάρο. Ασσάκι. Ο Ιάκωβος έτριβε τα σπασμένα γυαλιά με τα παπούτσια του τώρα. <strong>Εκείνος</strong> κοιτούσε τα γυαλιά να πηγαινοέρχονται κάτω από τις σόλες του Ιάκωβου και να τρίζουν, αμίλητος. Εγώ έψαχνα τον αναπτήρα μου να ανάψω το επόμενο τσιγάρο. Ο ήλιος κάπου ήθελε να πάει.</p>
<p>Η αμιλησιά κόπηκε.<br />
&#8220;<em>Ας ξεκινήσει, δικέ μου. Να ξεκινήσει τώρα. Να πως θα ξεκινήσει. Θα το κάνω εγώ. Θα πάω, θα τους βρω, θα ρωτήσω. Ώπα ρε μάγκες, πώς θα μπούμε κι εμείς; Έτσι θα τους πω. Θα δω τι μπορεί να γίνει. Δεν είναι δα και τίποτα το τρομερό. Σωστά; Έ; Αν είναι να ξεκινήσει, ας ξεκινήσει τώρα</em>&#8220;. Ο Ιάκωβος είχε ξανασηκωθεί και σχεδόν κωπηλατούσε, τόσο έντονα προχωρούσε από το ένα σημείο στο άλλο. <strong>Εκείνος</strong> απλά κουνούσε το κεφάλι. Εγώ δοκίμασα να του δώσω τσιγάρο. Ο Ιάκωβος περίμενε προφορική επιβεβαίωση. <strong>Εκείνος</strong> πήρε το τσιγάρο και αφότου το άναψε είπε απλά &#8220;<em>Ε, ναι. Σωστά</em>&#8220;.</p>
<p>Ρώτησα για τη <strong>Siouxsie</strong>. Ο Ιάκωβος είπε πως γαμεί. Και χαμογέλασε κιτρινωπά και οδοντωτά και πανωχειλοσηκωματιάρικα. Χαμογέλασε.</p>
<p><strong>Ήταν η τελευταία φορά που τον έβλεπα</strong>.<br />
</span></p>
]]></content:encoded>
			<wfw:commentRss>http://enallagi.org/sindenial/2006/05/31/prose/iakwvos1/feed/</wfw:commentRss>
		<slash:comments>0</slash:comments>
		</item>
	</channel>
</rss>
