Ήταν γύρο στις τέσσερεις το βράδυ και ο Κωστής Κατσούλης τύλιξε το κασκόλ του γύρο από τον λαιμό του και έβαλε ένα τσιγάρο στο στόμα του. Έβγαλε τον ασημένιο ζίπο από την τσέπη του. Προσπάθησε πεντέξι φορές να τον ανάψει αλλά μάταια. «Γαμώ την παναγία ρε!» μονολόγησε και κοίταξε γύρο του μπας και βρει κάναν άνθρωπο να του ζητήσει αναπτήρα. Ήταν εντελώς μόνος. Αυτός η βαλίτσα το βαρύ γκρι παλτό του και το τσιγάρο να στέκετε άχαρο κρεμασμένο από τα χίλια του και να περιμένει το ταξί. « Τον μαλάκα τον ταρίφα» μονολόγησε ξανά. Τράβηξε το τσιγάρο και το έβαλε πίσω στο πακέτο μαζί με τα υπόλοιπα και ξανά στη ζεστή του τσέπη. Γύρισε πίσω στη μικρή πλατεία και μπήκε σε ένα κόκκινο τηλεφωνικό θάλαμο. Έβγαλε από το πορτοφόλη του μια τηλεκάρτα και πληκτρολόγησε γρήγορα τα νούμερα. « Ναι! Ναι για σας είχα ζητήσει ένα ταξί πριν είκοσι λεπτά αλλά δεν έχει εμφανιστεί ακόμα. Ξέρεται είναι και το κρύο τέτοια εποχή… Δεν θέλω να φανώ περίεργος ή γκρινιάρης απλός πείτε μου σε πόση ώρα θα έρθει. Ναι ναι. Κωστής Κατσούλης. Ok σας ευχαριστώ. Ναι και με συγχωρείτε.» έκλισε το ακουστικό και επέστρεψε στην θέση του. Άνοιξε την βαλίτσα του και έβγαλε ένα ζευγάρι γάντια και ένα σκούφο. Τα φόρεσε και αναστέναξε. « Άμα ο μαλάκας ο ταξιτζής δεν μου δώσει ακριβός τα ρέστα θα του κάνω φασαρία. Ποτέ δεν δίνουν ακριβός τα ρέστα. Δεν φτάνει που με έστησε θα μου πάρει και τα ψιλά… Σιγά να μην τον αφήσω.» Κοίταξε απέναντι τον δρόμο. Το φανάρι αναβόσβηνε μόνο του. Μια γάτα πέρασε στο πεζοδρόμιο και χώθηκε στον κάδο με τα σκουπίδια. Περίμενε.
RSS feed for comments on this post. TrackBack URL
Πιάσε μια πίτα γύρο απ’ όλα με διπλό κρεμμύδι και λίγο τουπέ
o nearos toypes