Ο super ήταν ένα παιδάκι όπως όλα τα άλλα. Είμαι σίγουρος. Του ζήτησα ένα κομμάτι σοκολάτα και αυτός μου έδωσε. Τον φαντάζομαι να ζητάει από τους συμμαθητές του να του δώσουν όλοι από ένα κατοστάρικο για να φτύσει την πιο όμορφη της τάξης ή να φέρνει μπαμπαλού στο σχολείο και να τις πουλάει ακριβότερα στους συμμαθητές του. Αν δεις την φάτσα του στην ταυτότητα το καταλαβαίνεις αμέσως. Αν κάνεις λίγη παρέα μαζί του το καταλαβαίνεις αμέσως. Αν σου σπρώξει καμιά μπαμπαλού κρυφά από τον δάσκαλο το καταλαβαίνεις πάλι.
Ένα περιπολικό άναψε τον φάρο.
- ΡΕ δεν μπορώ να καταλάβω τι γίνεται με τους κολόμπατσους γαμώ το σπίτι τους.
- τι εννοείς;
-τι να εννοώ;
-τι εννοείς. Είναι απλή η ερώτηση μου τι δεν καταλαβαίνεις;
-ε δεν καταλαβαίνω τι δεν καταλαβαίνεις. ΓΑΜΩ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥΣ. Τους βρίζω. Πάντα τους βρίζουμε επειδή δεν τους πάμε. Έτσι τους βρίζω επειδή δεν τους γουστάρω και δεν θέλω να υπάρχουν πουθενά. ΓΑΜΩ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥΣ….
-α και γω τους βρίζω…..
-ωραία τότε τι με ρωτάς;
-σε ρωτάω τι δεν καταλαβαίνεις…. Τι δεν καταλαβαίνεις ότι γίνεται.
-τίποτα. Γιατί υπάρχουν….
-α. Απλά υπάρχουν. Ε! δεν είχα και την σούπερ απάντηση να της δώσω αλλά δεδομένης της ερώτησης και του αλκοόλ που είχαμε καταναλώσει τι να κάνω και γω;
Έκατσε εκεί και με κοίταζε για ώρα με δύο τεράστια μπλε μάτια που κάνανε πάνω κάτω και τρέμανε. Ένιωθα ότι είπα κάτι τρομερά περίεργο αν και η συζήτηση μου θύμιζε λίγο νεάτερνταλ ή κάτι τέλος πάντων πιθηκοειδή ή κάτι πολύ ΜΠΑΟΚ. Αλλά τα μάτια της ήταν ακόμα καρφωμένα πάνω μου. Τρόμαξα για λίγο. Μετά είπε: μια ακόμα μπίρα θα μας φέρεις… και η συζήτηση μας χάθηκε για πάντα από την μνήμη της… παρακάλεσε να βάλει το love cats και ο Robert Smith πετάχτηκε στο μαγαζί με ένα τεράστιο σακάκι και χόρεψε για λίγο αποτυχημένα δίπλα από το τραπέζι μας. Μετά κάθισε λίγο πιο δίπλα και γω παρήγγειλα μια βότκα για μένα και : κέρνα και το παιδί… Ο Robert παρήγγειλε μπίρα. Αυτή καθόταν και σιγοτραγούδαγε και κάπνιζε και ούτε πρόσεξε τον άλλο κοτζάμ μαντράχαλο να σηκώνεται μέσα σε ένα καφενείο και να αρχίζει να χορεύει σαν βλάκας. Σήκωσε την amstel προς το μέρος μου και σήκωσα και γω την βότκα μου. Για μας ρεεεεειιιιιιι………ΑΥΤΉ ΜΕ ΚΆΡΦΟΣΕ ΓΙΑ ΑΚΌΜΑ ΜΙΑ ΦΟΡΆ ΜΕ ΤΑ ΜΆΤΙΑ Της.
Μασουλούσα την σοκολάτα μου και δεν μιλούσα. Ο super ένα κεφάλι πιο κάτω χαχάνιζε με κάτι ανέκδοτα που μου έλεγε και γω τα ήξερα. Μασούλαγε και αυτός. Κουβαλούσε μαζί του μια ντουλάπα αρκετά πιο μεγάλη από αυτόν. Μέσα είχε ένα κουφάρι που το τρώγανε τα σκουλήκια. Θα το φτάναμε μέχρι την άκρη του γκρεμού και ύστερα θα το αμολάγαμε κει να κάνει τον γύρο του στο γαλαξία.
Μου έδηξε μια λευκή με φουντωτή ουρά και τρομερό τρίχωμα, πλακουτσωτή άσχημη φάτσα που για κάποιο λόγο μου θύμιζε κάτι σε φιλόσοφο Κομφούκιο
- αυτή είναι το Πιρπίρι.
Μετά μια άλλη μικρή γκρίζα
- αυτή το Χταπόδι…
Μια άλλη τεράστια που την ήξερα οχτώ χρονάκια τώρα και ήμουν σίγουρος πως ήχε καταπιεί μια γάτα
- να η Νίνα!
Έναν πορτοκαλί τίγρη στην αυλή μια άλλη που γλειφόταν στον ήλιο μία πολύ πολύ μικρή κατάμαυρη με κάτι δολοφονικά μάτια και μεγάλο μουστάκι μια κόκκινη μια μπλε μια με δύο κεφάλια και μια που κρεμόταν από την κουρτίνα και την έσκιζε αργά αργά μια με δορυφορική κεραία στην πλάτη μια που έπαιζε σαξόφωνο και μια που ατίμαζε καφέ με πολύ γάλα
Έβαλε το δάχτυλο του βαθιά στη μύτη του και μου είπε πόσο αγαπάει το σπίτι του.
Ο Μ.μαααααξ όντος αγαπούσε το σπίτι του. Και γω το αγαπούσα.
RSS feed for comments on this post. TrackBack URL
ωραίο αυτό
άντε ρε Ορέστη παντα τετχια. (και, μην τολμησεις να μου ξαναπεις “δεν εισαι καλα”)