Είμαστε σε κάποιου τύπου δάσος εγώ και εσύ. Και πρέπει να κατέβουμε εκεί πέρα κάτω, αρκετά πιο κάτω δηλαδή, επειδή έχουμε να κάνουμε κάμπινγκ — εγώ και εσύ μόνοι μας, γιατί αυτό θα μας έφερνε πιο κοντά στη στφύση και θα τόνωνε τους δεσμούς μας και ένα άλλο μάτσο μαλακίες που τσιμπήσαμε από το ΠΛΕΪΜΠΟΪ και το ΚΟΣΜΟΠΟΛΙΤΑΝ. Και θα πηγαίναμε εκεί κάτω να περάσουμε κάποιον καιρό μόνοι μας. Με τη σκηνούλα μας και το ποταμάκι μας και τη λασπουριά πάνω στα σώβρακα και τα λοιπά.
Προχωράμε το λοιπόν σε ένα γάμησε τα μονοπάτι με κλαδιά δέντρων να πετάγονται αριστερά – δεξιά και να μας σκάνε στη μάπα σε Τολκινική δενδρομιλούσα/δενδροβολτούσα παράδοση, και φτάνουμε σε μια πλήρως εξωπραγματική – με την έννοια του τραίνου-ταχείας Χανιά-Αθήνα πάνω στο οποίο προχωράς και κάνεις βόλτες κάτω από γέφυρες και τα λοιπά – πλατφόρμα από την οποία πλατφόρμα δεν υπάρχει κανένας μα κανένας γυρισμός — έφτασες εδώ μεγάλε; Τη γάμησες. Δεν έχει κάπου να πας. Κοιτάς πάνω; Σκατουλί ουρανός. Κοιτάς κάτω; Γκρεμός.
Κάτω από αυτή τη πλατφόρμα, η οποία είναι γκρι, το φυσικότατο γκρι του σκέτου μπετόν, και η αλήθεια είναι πως είναι από μπετόν το μπουρδέλο, και η οποία έχει το χαρακτηριστικό γνώρισμα μιας πλατφόρμας [να είναι ευθεία, πλακέ, σκετονετοσκέτη, αν εξαιρέσεις μερικές τσιμεντόπροκες που σκάνε μύτη σε τελείως τυχαία σημεία] βρίσκονται άλλες πλατφόρμες. Ακριβώς ολόιδιες με αυτήν πάνω στην οποία στεκόμαστε, ή τουλάχιστον, φαίνονται ακριβώς ολόιδιες με αυτήν πάνω στην οποία στεκόμαστε, όταν τις βλέπεις από απόσταση αρκετά μεγάλη, δηλαδή μεγάλη όσο η απόσταση από την οποία τις βλέπουμε τώρα, όντως στεκόμενοι πάνω στη γαμώ-πλατφόρμα στην οποία στεκόμαστε, κυρίως πανικόβλητοι, αν και ταυτόχρονα εξόχως εκνευρισμένοι — γαμώ τον Χριστό και τη Παναγία, αυτές θα είναι οι διακοπές μου, χρονιάρες μέρες; Γι’ αυτό άφησα τον πολιτισμό;
Το λοιπόν εγώ είμαι ψύχραιμος στη τελική, αποφασίζω, και δεν έγινε και τίποτα. 321 λέξεις μετά και ένα μάτσο ψυχεδελικές εικόνες από δέντρα και μπετονόπροκες, αποφασίζω πως — κοίτα να δεις, εγώ θα πηδήξω εκεί πέρα κάτω. Το γεγονός -γεγονός;- πως βρισκόμαστε τουλάχιστον εικοσιπέντε ουρανοξύστες πάνω από το “εκεί πέρα κάτω” δεν με απασχολεί προς το παρών. Είμαι το αυθεντικό ροπαλοφόρο σερνικό, που προκειμένου να δείξει πως μπορεί να πηδήξει, θα πηδήξει κι από το γαμημένο ΑΠΟΛΛΟ 13 πίσω στο Τέξας.
Και τότε μόλις θυμάμαι την υψοφοβία μου, και τ’ ότι είμαι χέστης στη τελική, και μου κατεβαίνει ακόμα μια φαεινή ιδέα: να πιαστώ από την επόμενη πλατφόρμα. Και γιατί όχι; Οπότε με έναν Street Fighter stretching-arms τρόπο αυτή τη φορά γραπώνομαι από τη καταραμένη τη πλατφόρμα, αλλά δεν ανεβαίνω επάνω. Και να που 439 λέξεις μετά καταλαβαίνεις πως δεν είναι και τόσο δύσκολο, και ορμάς κι εσύ στο κόλπο. Αλλά φτου γαμώτο, συμβαίνει το εξής παράδοξο: στην πτώση σου μετατρέπεσαι σε κατοικίδια γάτα, δύστροπη, χοντρή και λευκή. Και γουυσσσσςςςς πέφτεις σα το σακί με τις πατάτες προς τα κάτω, και εγώ πάνω στον ξαναμαναπανικό μου ξεκινάω να πέφτω πίσω σου, να σε προλάβω, ή κάτι εξίσου σούπερμαν.
Εφιάλτης με την βούλα γνησιότητας. Οπότε τρώω μερικές δεκαετίες τριγυρνώντας στη σκηνή του φόνου σου από τη φύση, έχοντας στήσει πλέον τη σκηνή μόνος μου, τρώγοντας ρίζες και πίνοντας σκατά από το ποτάμι. Θρηνώ και κλαίω και ουρλιάζω στα σύννεφα για την αδικοχαμένη νεαρή μου αγάπη με πλήρως charming τρόπο. Και μερικές φορές, προσπαθώ να ανέβω το ποτάμι, να το πάρω όχθη όχθη να δω τι κρύβεται πέρα του. Γιατί εδώ κάτω, τα πράγματα είναι σκατά, κυριολεκτικά, και γύρω μου, δέντρα ως εκεί που δεν φτάνει το μάτι, και κανένα μονοπάτι για να γυρίσω πίσω. Ώσπου σκάει μύτη ένα πλάσμα με κάτι μεταλλικά -αλουμινένια; φτηνό ‘τανε το μέταλλο, και χαραζότανε και λύγιζε εύκολα- κιτάπια και πιάνουμε συζήτηση. Και εδώ βρίσκεται το πιο ψυχεδελικό σημείο αυτής της ιστορίας:
Έχασες την αγάπη σου εξαιτίας αυτού του καταραμένου ποταμού. Ναι έτσι είναι λέω εγώ, αποσβολωμένος από τις ένα σωρό χαρακιές πάνω στα μεταλλικά πλακέ τσουκιντούκι που κουβαλάει, οι οποίες τραβάνε το βλέμμα μου όπως το σάπιο μήλο τραβάει τις αλογόμυγες. Γιατί οι χαρακιές μου θυμίζουνε κάτι κόμιξ του Αρκά που χαράζουνε οι φυλακισμένοι κάτι γραμμές και μετά μια διαγώνια για να μετράνε τις μέρες, μόνο που είναι πολύ πιο χύμα. Και κοιτάει που κοιτάω ο αθεόφοβος και μου λέει: τότε πρέπει να ζητήσεις από τη Θεά του Ποταμού να στη φέρει πίσω. Και δεν τον αμφισβητώ: ένα πλάσμα που τριγυρνάει με τόσα μεταλλίκια προφανώς ξέρει τι θέλει.
Αρχίζω να προσέφχομαι, κάπως γρήγορα και πρόχειρα, αλλά ειλικρινέστατα. Και λέω Ω! Θεά του Ποταμού, σε παρακαλώ πολύ, σε ικετεύω, φέρε την αγάπη μου πίσω, την έχω ανάγκη, να τώρα θα ερχόμασταν εδώ πέρα να κάνουμε τις διακοπές μας, δεν ξέραμε πως το ποτάμι σου είναι μαύρο, κάνε μας κι εσύ μια τόση δα χαρούλα, τι ζητάμε δηλαδή από αυτήνανε τη ζωή, να περάσουμε ένα Σαββατοκύριακο μόνοι μας, να δούμε τη φύση, και σκάνε μύτη οι τσιμεντένιες παλέττες, και μετά η πτώση, η μεγάλη και ατέρμονη πτώση, και μετά ο θάνατος, και όλα αυτά γιατί; Για ένα σουκού στη φύση;
με την μορφή που πέθανες αρχικά, σαν Ψαρούκλα, σαν γάτα λευκή και σπιτική και χοντρή και βολεμένη, αλλά μετά, καθώς κομμάτια σάρκας ξανακολλάνε με πλήρες ΧΕΛΡΕΪΖΕΡ αυτή τη φορά τρόπο, βρίσκεις την αρχική σου μορφή, κι εγώ χαίρομαι τόσο πολύ που βάζω τα κλάμματα, και λέω: ΖΕΙ!!! ΖΕΙΙΙΙ!!!!!
Και μου λες ναι και προς το παρών μου αρκεί, γιατί όντως ζεις και είναι Χριστούγεννα και πρέπει να ανεβαίνουμε προς τα πεθερικά σιγά-σιγά για να φάμε μαζί τους, και στη τελική, δεν χρειάζεται τίποτα άλλο: ζεις.
RSS feed for comments on this post. TrackBack URL
oreo re file
ala to tragoudaki eklepse pragmatika tin parastasi
oxi tipota alo apla se fadazome na se stoy diaolou ton kolo monos soy kai na trexis deksia aristera ourliazodas kai klegodas kai apo piso na pezi to asma toyto.
prepi na to girisoyme…
Δικαίως!
Εκεί άλλωστε φαίνεται μια κάποια κλιμάκωση. Υγρασιακή τσιμεντομουνταμάρα και κάποιος αδικημένος να τραγουδά -γαμώ.
:->