- μίσος και οργή πίσω από τα αρρωστημένα βλέμματα-
Τα μάτια του βάδιζαν πάνω από τα πόδια, όπως βαδίζουν τα μάτια στην ομίχλη. Με χαμηλό φωτισμό και χαμόγελα από κάποια ταινία τρόμου που όμως δεν είχαν τίποτα να του πουν. Ξύνοντας το κεφάλι του χάζευε μικρές νιφάδες χιονιού που καθώς ακουμπούσαν το γυμνό από την μέση και πάνω κορμί του έκαναν έναν απαλό ήχο, κάτι σαν «πατ» που δεν άκουγε απλά ένιωθε. Καθώς μέτραγε τα δάκτυλα των χεριών του ξέροντας πως πάντα θα βγαίνουν εννιά άφηνε κατάρες με αποδέκτη τον μεξικανό πιστολέρο αλλά και θαυμασμό. Ήταν σίγουρος πως τον έθαψαν με το δάκτυλο του στο στόμα. Αυτό το λυσσασμένο γουρούνι με το αστείο σακάκι ούτε νεκρό δεν θα άφηνε τα κλοπιμαία του. Χάρισμά του το πορτοφόλι που είχε βουτήξει λίγο πριν του χώσει το μαχαίρι στον ώμο. Με πόση οργή χάνοντας το δάκτυλο στα βρόμικα δόντια του, του πρόσφερε μια καλογυαλισμένη λεπίδα στο στομάχι. Και ο καριόλης χαμογελούσε.-
- όλοι γνωρίζουν πως θα διαλυθούμε και θα διαληφθούνε –
Τον συνάντησα καθισμένο σε ένα παγκάκι, γέρο και σχεδόν κουφό να ανοιγοκλείνει τις παλάμες του με δύναμη και να λέει αριθμούς, ίσως να μέτραγε την πίεση του κόσμου όπως υποστήριζε ποιος ξέρει; Κρατούσα ένα κομμάτι ψωμί και τρία μικρά κόκκινα μπαλάκια τα οποία μου ζήτησε αμέσως μόλις με είδε. Όταν του πρόσφερα και το ψωμί μου αρνήθηκε αδιάφορα. Μου εκμυστηρεύτηκε πως έκανε συλλογή από καλαίσθητα αντικείμενα και πως αν ήθελα θα με πήγαινε να τα δω. Είπε πως θα μου έκανε μεγάλη χάρη και πως θα έβλεπα επιτέλους κάτι που αξίζει να το δεις πριν την καταστροφή του πλανήτη. Το μεγάλο μπουμ δεν θα αργήσει…
- όλοι γνωρίζουν πως πρέπει να επιβιώσουμε –
Τα καταπράσινα μάτια, με τις κόρες σχεδόν εξαφανισμένες, έκαναν σπαστικές κινήσεις δεξιά αριστερά και ανοιγόκλειναν γρήγορα αφήνοντας μικρές σταγόνες στα ματόκλαδα. Σιγά-σιγά άρχισε να σχηματίζεται το πρόσωπο ενός κοριτσιού. Πρώτα η μύτη και μετά τα ξεραμένα χίλια. Ήταν ένα πραγματικά άσχημο κορίτσι από αυτά που βλέπεις στο δρόμο και είσαι σίγουρος πως η σκέψη τους εκείνη την ώρα είναι πως κανένας δεν τις προσέχει. Το πιγούνι και τα μαύρα κατσαρά μαλλιά. Κι όμως είναι ένα ευτυχισμένο κορίτσι. Ένα κορίτσι που ερωτεύεσαι όπως τον συμμαθητή σου στο σχολείο. Έναν έρωτα γεμάτο ντροπή, γεμάτο απορία. Έναν αγνό, κρυφό έρωτα που μόνο ένα τέτοιο κορίτσι μπορεί να σου προσφέρει. Μάγουλα, αυτιά , φρύδια. Δεν είχες προσέξει ποτέ πόσο άσχημη είναι. Φίλησα την πριγκίπισσά μου και έγινε βάτραχος. Απαίσιος βάτραχος
- δεν υπάρχει τρόπος διαφυγής στο χρόνο –
Υπήρχαν μερικά πρωινά που σηκωνόταν πολύ νωρίς και έκανε βόλτες στο δωμάτιο με τα εσώρουχα. Σκεφτόταν ένα αμάξι. Ένα μπλε παλιό αμάξι. Λίγο βρόμικο με παλιά καθίσματα και χαμηλού κυβισμού αλλά σίγουρα ένα όμορφο αμάξι. Σκεφτόταν και έναν δρόμο. Έναν δρόμο σε ένα μεγαλούτσικο χωριό. Ένα χωριό δίχως τίποτα το εξαιρετικό. Με κλειστά παράθυρα και κατοίκους που ονειρεύονται να γίνουν πλούσιοι για να κάνουν φιγούρα στους γείτονες αλλά με όμορφα παλιά σπίτια. Καθόταν στο τιμόνι και πήγαινε από το χωριό σε μια μεγάλη πόλη. Μια πόλη όπως όλες τις άλλες με ασφαλτοστρωμένους δρόμους και φανάρια που αναβόσβηναν. Κόκκινο, πράσινο, πορτοκαλί. Και τρελό μποτιλιάρισμα και κορναρίσματα και βρισιές και τρακαρίσματα και τραυματίες. Στο δρόμο έπαιρνε διάφορους ταξιδιώτες που έκαναν οτοστόπ και άνοιγε συζητήσεις για την οικολογία, την τέχνη, την πολιτική, τις καινούριες μάρκες αυτοκινήτων, την τηλεόραση. Και καμιά φορά περνούσε το όριο ταχύτητας και πέρναγε σύρριζα από τα άλλα αμάξια και ο συνοδηγός του έλεγε να προσέχει και τότε παρατούσε το τιμόνι και έτρεχε στο μπάνιο, πλενόταν ετοίμαζε κάτι πρόχειρο να φάει, ντυνόταν και έφευγε για την δουλειά του αφήνοντας το αμάξι να συντριβεί στο τέρμα του δρόμου.
- με όμορφα πλάνα και όμορφο soundtrack -
Ακουμπώντας τα δάχτυλά μου στα γόνατα νιώθοντας το τρεμούλιασμα τους τέντωνα τα μάτια μου ώστε να πιάνω κάθε μια κίνηση των σπιτιών με τις εναλλασσόμενες αποχρώσεις ροζ μπλε και γκρι προχωρούσαν παράλληλα και κάλυπταν το ένα το άλλο καθώς το πάτωμα έγερνε πάνω από το κτίριο από την άλλη μεριά το μικρό μπλε φως έγραφε HOTEL πολύ έντονα μπροστά από την φωτισμένη καφέ πόλη ψάχνοντας κάθε τόσο με τα χέρια να βρω τα μακριά μαλλιά μου που είχα κουρέψει πρόσφατα φώτιζα με πράσινο τα πρόσωπα των ανθρώπων γύρο μου και καταλάβαινα ποιοι ήταν καλοί και ποιοι όμορφοι οι καλοί καμιά φορά με τρόμαζαν και άλλοι με τρόμαζαν χωρίς να είναι ούτε καλοί ούτε όμορφοι αυτούς προσπαθούσα να τους αποφεύγω και να τους κοιτάω από μακριά με τεράστιες κοιλιές και μύτες και απίστευτα χυδαία βλέμματα όλο κακία καμιά φορά οι άσχημοι ήταν πολλοί ξεχωριστοί και σε άλλους χρειαζόταν να ψάξω πολύ για να καταλάβω σε ποια κατηγορία ανήκαν και ξαφνικά βρέθηκα σε έναν παραδεισένιο τόπο όπου τα πάντα ήταν φτιαγμένα από σύννεφα και αιωρούμουνα ανάμεσα τους προσπαθώντας να μην πατάω στο έδαφος βάδιζα σαν αστροναύτης και οι τοίχοι γέμιζαν με έντομα ανοίγοντας την πόρτα του δωματίου μου έβγαλα τα ρούχα μου και βρέθηκα σε ένα άλλο σώμα το οποίο μπορούσε να με αφήσει πάλι στο πάτωμα και να με βυθίσει σε ένα ήσυχο ύπνο.
- χορεύεις στο σκοτάδι και στη ντροπή –
-Πάντα ήθελα να ξέρω τι γεύση έχει η ανθρώπινη σάρκα. Όταν ρωτούσα τον πατέρα μου αυτός έλεγε αδιάφορα πως είναι όπως όλα τα κρέατα. Μαλακίες. Αποκλείεται να είχε δοκιμάσει ποτέ. Και για να λέμε την αλήθεια ήταν πραγματικά τυχαίο. Τυχαίο και ηλίθιο. Δεν ήμουν ούτε έντεκα χρονών και είχαμε κατεβεί εγώ και ο γιος του γείτονά μας στο μεγάλο ποτάμι που απείχε ένα χιλιόμετρο περίπου από το σπίτι. Όταν φτάσαμε του ζήτησα να μου πάρει μια πίπα. Εκείνος τρόμαξε και μου είπε πως αν το έκανε μετά θα γινόταν αδερφή και θα πήγαινε στην κόλαση. Είχαμε φιληθεί αρκετές φορές αλλά αυτό ήταν πολλή τραβηγμένο. Όταν αρχίσαμε να τσακωνόμαστε ούτε που κατάλαβα πως παραπάτησε και πως βρέθηκε μετά από λίγη ώρα με τα πνευμόνια του γεμάτα νερό να τον τραβάω για να τον βγάλω έξω από το νερό.
-μάλλον θα χρειαστεί να πας σε ψυχολόγο αγάπη μου, του απάντησε η γυναίκα του βάζοντας τα πιάτα στο τραπέζι, και σταμάτα να κλαις θα σε ακούσει το παιδί.
- τα πνευμόνια σου γεμίζουνε νερό την χειρότερη στιγμή –
Η κάμερα εστιάζει σε ένα τραπέζι ενός μικρού μπαρ όπου κάθεται ένα ζευγάρι. Η κοπέλα έχει όμορφα μακριά κόκκινα μαλλιά και πίνει μπίρα από το μπουκάλι καθώς τα μάτια της δεν ξεκολλάνε από το πρόσωπο της κοπέλας της που κάθεται απέναντι με ξυρισμένο κεφάλι και πίνει κόκκινο κρασί κατεβάζοντας το με μικρές γρήγορες γουλιές. Η κάμερα αρχίζει να γυρίζει γύρο από το τραπέζι και να δείχνει τα υπόλοιπα τραπέζια πιασμένα από ζευγάρια με θολά πρόσωπα και ακριβά, επίσημα ρούχα. Η κάμερα ζουμάρει στο πρόσωπο της κοκκινομάλλας και φτάνει να δείχνει μόνο τα μάτια της που τρέμουν καθώς τινάζεται και φυλάει την κοπέλα με το ξυρισμένο κεφάλι ενώ ένα αυτοκίνητο σπάει την τζαμαρία και περνάει μέσα στο μπαρ. Η κάμερα δείχνει τα μαλλιά της που βρέχονται μέσα στο ποτήρι από κρασί κόκκινο. Τον μαλάκα πάλι στην δουλειά του πήγε.
- καθώς ζωγραφίζεις ανεμώνες που χορεύουν στον ουρανό -
Καθόμουν μόνος κάτω από την όμορφη σκιά του παλιού δέντρου. Τώρα πια οι μπάσταρδοι το είχαν κόψει. Αυτό και όλα τα δέντρα της πλατείας. Άφησαν μόνο τους χοντρούς κορμούς σαν ανάμνηση της κατεστραμμένης ζωής πάνω στο λερωμένο τσιμέντο που επίμονα έσκαγε η μπάλα. Μπαππππ μπάππππ. Ποτέ δεν κάθισα σε αυτά τα παγκάκια παρόλο που κάθε μέρα περνούσα από εκεί. Τώρα όμως ήμουν στην σκιά του γαμημένου του δέντρου μαζί με τους παππούδες που κάθε τόσο κάποιος εξαφανιζόταν και ποτέ ξανά δεν τον έβλεπα να τριγυρνάει σουρωμένος τα απογεύματα να βρίζει και να τραγουδάει ή άλλοτε να απολαμβάνει τον ήλιο τα παγωμένα πρωινά που έτρεχα κουκουλωμένος να προλάβω το λεωφορείο μήπως και πάω σχολείο σήμερα. Το χειρότερο όμως είναι όταν πλησιάζουν οι εκλογές. Πραγματικά δεν λέει να αράζεις στο δέντρο τότε. Καλύτερα να μην υπήρχαν καθόλου δέντρα τότε. Καλύτερα να μην υπήρχα ούτε εγώ ανάμεσά τους. Καλύτερα να ανατιναζόμασταν όλοι μαζί από κάποια διεστραμμένη βόμβα που θα μας έστελνε κάποιος άγιος. Όταν όλοι θα βλέπανε τα ηλίθια μούτρα του κάθε υποψηφίου γύρο από πολύχρωμα φωτάκια και τα τραγούδια όταν όλοι θα χαιρόντουσαν από το βλακοπανηγύρι φορώντας το καινούριο κουστούμι και το ασορτί χαμόγελό τους να την γλίτωναν ξαφνικά μόνο όσοι ξέμειναν στο καφενείο να παίζουν χαρτιά ή όσοι μείνανε σπίτι τους να αποβλακωθούνε. Τότε που μας κυνηγούσαν όταν αποφασίσαμε να δώσουμε λύγο χρώμα στις τεράστιες αφίσες προσθέτοντας μπλε μουστάκια και χρυσά δόντια στα καλοχτενισμένα, καλοξυρισμένα, καλοβαλμένα μούτρα όσον ετοίμαζαν το προεκλογικό προφίλ τους. Θα γινόταν ένα ΜπΑΑΑΑΑμμ και οι παππούδες ήσυχοι πια θα ξανάραζαν στην πλατεία και θα άφηναν τα δέντρα να μεγαλώσουν με την ησυχία τους. Βηματίζοντας αργά στον παλιό δρόμο αφήνω τα βήματα κάτω απ’ τα πόδια μου να με παρασύρουν ως την άκρη της αυλής μου. Σβήνω τα φώτα και περνάω ήσυχα στον κόσμο του ονείρου αράζοντας κάτω απ’ την σκιά δίχως σκιά, δίχως δέντρο, δίχως παππούδες και μπάλα…
- και το κεφάλι σου διαλύεται με μονότονες ερωτήσεις -
Χιόνι στην παλιά αυλή πίσω από το τζάκι καίει παλιά παραμύθια και οι στάχτες απλώνουν στο χαλί η μεγάλη κουνιστή πολυθρόνα στριφογυρίζει στο ταβάνι αφήνοντας υγρούς λεκέδες πίσω από τον πάγκο ζεσταίνεται στο μπρίκι νεκρό σώμα σάπιο από χρόνια ξαπλωμένο στο κρεβάτι με τα
καινούρια σεντόνια και το ξύλινο πάτωμα φοράει μια χειρουργική μάσκα και απαγγέλλει μικρά παιδικά ποιήματα σκοτάδι και δύο γάτες ακούγονται που μαλώνουν ή κάνουν έρωτα καρφίτσα τρυπάει το δέρμα κάτω από τον λαιμό τσιγάρα σβησμένα στο τασάκι χώνεται σε μια τρύπα με παλιά πολύχρονα ρούχα δοκιμάζει μερικά από αυτά αλλά δεν του κάνουν σέρνεται στον λόφο με έναν σουγιά και σκαλίζει τα δέντρα γράφοντας ανιαρά ερωτόλογα για κάποια άγνωστη γεμίζει αγάπη λύγο πριν.
- πιες λίγο ακόμα κρασί –
Νέα Υόρκη. Ο Mr.a χτύπησε το κουδούνι και ανέβηκε τέσσερα πατώματα στις οχτώ το βράδυ. Βρήκε τον Τζιμ να κλαίει στο δωμάτιο με το μόνιμα γυαλισμένο πιστόλι του στο χέρι και να λέει παράξενες προσευχές. Μορφές ξανακρεμασμένες από το μυαλό του περάσανε κατευθείαν σαν αστραπή, και του δημιουργήθηκε η αίσθηση πως το δωμάτιο για μια στιγμή φωτίσθηκε σαν να είχε πέσει μια αστραπή κάπου πολύ μακριά.
- ε Τζιμ, τι γίνεται;…. Καμία απάντηση δεν βγήκε από τα χίλια κανενός. Ο Τζιμ καθόταν στην ίδια καρέκλα και το όπλο του ήταν στην ακριβή του θήκη κάπου στην ντουλάπα. Γυρίζοντας το βλέμμα του είδε έναν λύκο να στέκεται στην άκρη της ανοιχτής πόρτας. Μέχρι να σηκωθεί και πάρει το όπλο του ο λύκος είχε φύγει. Βγαίνοντας στο διάδρομο είδε το ζώο να χάνεται μέσα από τον τοίχο και το νεκρό κορμί του Mr.a να βρίσκεται μπρούμυτα στο πάτωμα με τεράστιες ουλές να στολίζουν το λαιμό του και τα χέρια του. Επέστρεψε στο δωμάτιο και άρχισε να κλαίει ψιθυρίζοντας παράξενες προσευχές καθώς άρχισε να αστράφτει.
- για να ξεχάσεις νομίζεις -
Μια πολύχρωμη μπάντα παίζει μελωδίες με τον μαέστρο εκστασιασμένο να κουνάει αργά το ραβδί του. Καμπούριαζε αστεία το κορμί της χορεύοντας σε διάφορους ρυθμούς και με διάφορες ουσίες κάνοντας κέφι στο κέντρο της πίστας σε μια μεγάλη αίθουσα συναυλίας. Βρίζοντας και φτύνοντας όσους πλησίαζαν γελούσε συνέχεια. Ένα τεράστιο κάρο που το έσερναν δύο άλογα, εμφανίστηκε από την οροφή την ώρα που ο σερβιτόρος την έσπρωχνε για να βγει έξω. Σταμάτησε μπροστά της και ένας νάνος, με μεγάλα αστεία αυτιά και πράσινο σκούφο, που κρατούσε τα γκέμια, της έκανε νόημα να ανέβει πάνω. Όταν πλησίασε για να κάτσει στο κάρο της είπε: λυπάμαι αλλά δεν μπορείς να πάρεις το κορμί σου μαζί.
- δεν πειράζει θα το αφήσω στον σερβιτόρο
- για να χαρείς –
δύο γάτες ακούγονται που μαλώνουν ή κάνουν έρωτα καρφίτσα τρυπάει
το δέρμα κάτω από τον λαιμό τσιγάρα σβησμένα στο τασάκι χώνεται σε
μια τρύπα με παλιά πολύχρονα ρούχα δοκιμάζει μερικά από αυτά αλλά
δεν του κάνουν σέρνεται στον λόφο με έναν σουγιά και σκαλίζει τα
δέντρα γράφοντας ανιαρά ερωτόλογα για κάποια άγνωστη γεμίζει αγάπη
λύγο πριν την καταστροφή του πλανήτη’
- αλλά ξέρει πως πάντα είσαι λίγο χειρότερος και λίγο πιο άσχημος -
φως τίποτα άλλο
φως τυφλώνει τα μάτια
Α όχι…. Κάτσε κάτσε….
να μορφές ανθρώπων πάνω από το σώμα μου
τους βλέπω καθαρά
γιατροί με χειρουργικές μάσκες
τι κάνουν;
όχι δεν έχω τίποτα εγώ
γιατί είναι από πάνω μου
όχι περιμένετε.. σταματήστε
ΔΕΝ ΕΧΩ ΤΙΠΟΤΑ
- αγαπάς σαν τρελός –
Ξύπνιος. Κλεφτές ματιές στο κουτί με τα παιχνίδια. Ώρα άγνωστη.
Όρθιος. Βάρβαρες χαραγματιές πονοκέφαλου προσπαθούν να σκίσουν το κούτελό του. Μονολογεί τα λόγια που άκουγε στον ύπνο του και τα αφήνει στο χαρτί του. Προσεύχεται. Κλεφτές ματιές στο χάρτινο τσίρκο. Τα μαλλιά του μένουν στην χούφτα του ακουμπάνε στο γραφείο και πέφτουν στο πάτωμα. Σφίγγει τα δόντια του και κρατάει την ανάσα του προσπαθώντας να την ηρεμήσει. Χώνεται κάτω από τα σκεπάσματα και κλαίει. Μονολογεί και ψάχνει με την γλώσσα το χάρτινο τσίρκο. Ήξερε πως πριν από λύγο βρισκόταν εκεί και αναβόσβηνε τα φώτα του κάνοντας τραμπάλα και παίζοντας με τα χαμόγελα γύρο από το δωμάτιο. Πρέπει να είναι καλοκαίρι έξω εδώ και αρκετό καιρό.
Τρεκλίζει η πόρτα καθώς ανοίγει και αφήνει έναν υπόκωφο ήχο με τα πρώτα του βήματα. Ω ναι καλοκαίρι. Κατρακυλάει σε μια τσουλήθρα από το πάρκο στο δρόμο. Σκυφτός παρατηρεί αυτοκίνητα να χαζεύουν τα φανάρια αδιάφορα αδυνατώντας να τα καλοσκεφτούν στην επόμενή τους κίνηση θάνατος. Λαμαρίνα διαλυμένη γδέρνει την άσφαλτο. Φωτιά πλημμυρίζουν τα στενά και καθρεφτίζονται στα γυάλινα μάτια. Τα παρατηρεί πως στέκονται απαθή, ασυγκίνητα, ακούραστα. Το πρόσωπό του καίγεται μαζί με τον δρόμο. Αρχίζει να τρέχει προς το μέρος της. Την αγγίζει με χέρια αχόρταγα. Την χαϊδεύει όπως ο ήλιος την σκιά της. Σηκώνει το εφτάψυχο σόμα της και το οδηγεί στο σπίτι του. Αυτή δεν βγάζει άχνα.
- σαν τον δον Κιχώτη –
Με το ένα χέρι στο πόμολο της πόρτας, γέρος πια, αδιάφορος αλλά και φοβισμένος από το μισοσκότεινο δωμάτιο παλεύοντας με τα ξεσπάσματα της σακατεμένης καρδιάς, μετρώντας και ξαναμετρώντας τα βαριά χτυπήματά της, καταπίνοντας μικρά χάπια και ισιώνοντας τα κατσαρά μαλλιά σαν κάποιος βαθύτερος λόγος ύπαρξης απλά, κρατώντας ένα παλιό τετράδιο γεμάτο, γεμάτο από τα άάάάαααασφαιρα χρόνια και όλα όσα/πουδεν/θατα έκανα/θυμόμουν. Στεκόμουν και κοίταζα. Καθισμένος σε μια κόκκινη πολυθρόνα με ένα εισιτήριο βρεγμένο από χυμένη μπίρα στο πάτωμα, με ένα ηλίθιο βλέμμα περηφάνιας για την λάμψη τον καλογυαλισμένων πιστολιών που ξεπρόβαλαν δεξιά και αριστερά της κοκαλιάρικης μέσης, στις σκισμένες θήκες τους, με την πλάτη γυμνή από μέρες κάπνιζα τα πρώτα τσιγάρα της αθωότητάς μου. Πλησιάζοντας το άρρωστο κορμί, με αργά γαλήνια βήματα σαν να αγγίζανε σιγά σιγά το άπυρο, και τα πιστόλια έπεσαν έντρομα με το απότομο τίναγμα της μέσης και εκπυρσοκρότησαν χτυπώντας τον γέρικο ώμο και αφήνοντας μια στιγμή λάμψης στο δωμάτιο. Αίμα στο πάτωμα δίπλα από το κουφάρι που πάλευε με τον πόνο και την ζωή και το εισιτήριο πέφτει από τα τρεμάμενα χέρια και βάφεται κόκκινο κάνοντας δυσανάγνωστα τα ήδη κακογραμμένα γράμματα του προορισμού.
RSS feed for comments on this post. TrackBack URL
αυτό πως και έχει ελάχιστα εως μηδέν ορθογραφικά λάθη δηλαδή? Μας δουλεύεις?
Καλό btw αν και αρκετά χαοτικό και τυχαίο.
Αυτό δηλαδή πως έχει ελάχιστα ορθογραφικά λάθη?
Καλό btw αν και κάπως χαοτικό ασύνδετο κ τυχαιο!
me aftomati diorthosi…. maaaaaaaaaaan
i texnologia exi proxorisi
πολλές δυνατές στιγμές