I.
Ο νεαρός που ονομάζεται Tarmakc μασουλάει ανόρεχτα ένα μακρουλό κλαδί ποτισμένο με ρινίσματα σιδήρου πασπαλισμένο με θειάφι. Συλλογίζεται λιγότερο την έλλειψη όρεξης και ακόμα λιγότερο την απουσία έμπνευσης, μα αυτή η τελευταία, γυμνή και ανατομική του χαμογελάει συνεχώς σα μητέρα με σχισμένα χείλη τον κατατρώγει σα μητέρα. Χορεύει γυμνή και άθλια στην άκρη της πένας του χλευάζει τον έμφυτο ρομαντισμό του εμποδίζει το μελάνι να στάξει στο χαρτί γιατί έχει ανοιχτά πόδια δέχεται όλο το σκουρόχρωμο υγρό μέσα της. Κάποτε δηλητηριασμένη μπλαβιασμένη γλιστρά απ’την πένα στο χαρτί και ξεψυχά (ΨΟΦΑΕΙ) με μια τρυφερότητα σα δάκρυα σα λυγμούς. Τώρα ο νεαρός έχει μπροστά του μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να αποδείξει τη συγγραφική του ευαισθησία δίχως να αφήσει να περάσει ένα λεπτό την αδράχνει. Καρφώνει το κουφάρι και το νοτισμένο χαρτί στο φελλό πάνω απ’το κεφάλι του ήταν ως τότε άδειος. Το καρφώνει με το μακρουλό κλαδί ποτισμένο ρινίσματα σιδήρου πασπαλισμένο θειάφι και αυτό ήταν το μόνο κολατσιό του όμως τι σόι συγγραφέας αν δεν μπορεί να κακουχίσει για την τέχνη του. Με επιμέλεια στρώνει μια φρέσκια κόλλα χαρτί παχυά σαν χιόνι στην επιφάνεια του γραφείου από ξύλο σπανιότατο ίσως καρυδιάς. Βουτώντας πότε-πότε την πένα στο πηχτό μελάνι και με κάθε βουτιά νευρώδικα οράματα:
αόριστα κήτη κοιμούνται ανάσκελα στον πάτο της θάλασσας αφήνουν κάθε λίγο μακρόσυρτες πορδές έτσι χάθηκαν πλοία πολλά διαλυμένα σαν από πίδακες geyser και κανένας ποτέ δεν εξήγησε τι και πως δυστυχία. Το νερό ουρλιάζει και ούτε ο Μπύχνερ μπορεί τώρα να το εξηγήσει δεν είναι οι γνωστοί λόγοι μα η φαιδρή σωματική λειτουργία προκαλεί πόνο τραγικό στον άνθρωπο και τα οχήματα του. Μαρτυρία οι επιζώντες πάντοτε λιγοστοί πιθανότατα ανύπαρκτοι ζητήθηκε να σχολιάσουν το γεγονός δεν μπόρεσαν να μιλήσουν αντίθετα έγραψαν ανάμεσα σε σπασμούς σένα κομμάτι χαρτί xosanna leviathan. Αργότερα όσοι επέζησαν έγιναν άνθρωποι θρησκευάμενοι και κανείς μπάσταρδος δεν τους ενόχλησε ποτέ πια εκτός ίσως απ’τον Κύριο Γιέζου Κριστό τον Κύριο
ψέμματα ο φελλός δεν είναι τελείως γυμνός έχει το χαρτί με εκατοντάδες μακρόσυρτα xosanna ξανά ξανά τρεμάμενα χέρια και του νεαρού του μοιάζει σα φάρσα τρομαχτική μα δεν το πολυσκέφτεται παρά μόνο η πένα πάλι στο μελάνι για να ξυγγράφει βέβαια.
Γεμίζει η σελίδα του ειρωνικές εικόνες επίμαχες και ερωτικές. Το έ το ψιλό παρηχεί στο μικρό δωμάτιο ασταμάτητα μειδιά ευχαριστημένος. Άγχεται ξάφνου μα πως θα συνεχίσω που θα καταλήξω από πού άρχισα πως θα τους φανώ πως λίγο έλειψε να τσαλακώσει το πανέμορφο γραπτό του και να το καταπιεί όπως τόσες σελίδες παλιά κρίμα θάταν κρίμα. Μαζεύει το λιγοστό του κουράγιο συνεχίζει όλα είναι καλά πάλι. Περιγράφει την Πόλι ένα κουβάρι από δαιδαλώδεις δευτερεύουσες μπλεγμένες σα διάολοι κακοί δεν βγάζουν πουθενά συμβολίζουν ωραιότατα τους δρόμους και την άθλια πολεοδομία και το χάος σα παρομοιώσεις και σύμβολα από κάποιο σκονισμένο αποτρόπαιο συρτάρι δίχως πόμολο πόσοι τα χρησιμοποίησαν και πόσοι θα τα χρησιμοποιήσουν τόσο κρίμα μα τι να γίνει τελικά. Τα πάθη οι αντιφάσεις στα σοκάκια τα καταστήματα τον Λόφο όλα ενώ σκέφτεται μια κοπέλα ένα αγόρι ό,τι κιαν είναι είναι τρυφερό τον ερεθίζει απερίγραπτα αναγκάζεται να σταματήσει για λίγο μόνο για λίγο αποθέτει την πένα και αποφεύγει προπάντων αποφεύγει την αντανάκλαση του κόκκινου προσώπου του στο μπουκαλάκι με το λάδι της φάλαινας φοβάται μη δει το κήτος να του χαμογελά περιπαικτικά και τότε θα ήταν αληθινό κρίμα.

Recent Comments