Υ.Γ. 2. Ελάτε μωρέ μαλάκες, ούτε ένα αστείο δε μπορείτε να σηκώσετε;
Archive for September, 2007
Αχ Κώσταινα, βαχ Κώσταινα
Τα ψάρια τα μακρόστενα
Τελειώσαν, πάνε πιά
Τα έφαγε κατά δεκάδες
Εκατοντάδες και χιλιάδες
Η τιμημένη αργατιά
Αχ γλυκούλα μου βουκόλα
Από τα γίδια σου ξεκόλλα
Να σε πάρω αγκαλιά
Να σε πετάξω ωσάν τον σουπερμάνη
Πάνω από την στάνη σου στη Μάνη
Κατά Αμέρικα μεριά
Είναι βράδυ. Όχι πολύ αργά, όχι πολύ νωρίς. Νιώθω κουρασμένη. Δεν έχω καταλάβει ακριβώς τον λόγο, αλλά είμαι κουρασμένη.
Πολύ φασαρία σήμερα και πολύς κόσμος.
Είμαστε με τους γονείς μου και με κάποιους φίλους τους στην “Ταβέρνα του Ευγένη”.
Κάθομαι στο κέντρο του τραπεζιού, στην αγκαλιά της μαμάς.
Την αγαπώ πολύ την μαμά.
Ειδικά σήμερα που φοράει το κατακόκκινο φόρεμά της.
Νυστάζω. Κλαίω με λυγμούς γιατί νυστάζω. Αφού πρώτα έχω γκρινιάξει σαν παιδάκι ενός έτους.
Είμαι κουρασμένη, θέλω να πάω σπίτι.
Η μαμά μου προσπαθεί να με ηρεμήσει. Δεν καταφέρνει και πολλά.
Σηκώνεται, μιλάει σε κάποιον, και μετά από λίγο με κατευθύνει σε μια πόρτα, σχεδόν δίπλα από το τραπέζι μας.
Την ανοίγει και κοιτάζω διστακτικά μέσα στο δωμάτιο.
Μυρίζει σκοτάδι.
Φοβάμαι.
Μέσα υπάρχει ένα κρεββάτι, ένα καντηλάκι που αχνοφωτίζει το δωμάτιο και μια εικόνα.
Μια γριά κάθεται σε μια καρέκλα και με κοιτάζει.
Φοβάμαι ακόμα περισσότερο.
Κλαίω πλέον γιατί φοβάμαι όχι γιατί νυστάζω, αλλά κανείς δε το καταλαβαίνει.
Ούτε η μαμά μου με καταλαβαίνει.
Με βοηθάει να ξαπλώσω στο κρεββάτι. Ξαπλώνει και αυτή δίπλα μου.
Φοβάμαι, αλλά νυστάζω..
Θέλω να κοιμηθώ αλλά φοβάμαι..
–
Είμαι σπίτι μου στο χωριό.
Έχουμε πολλά κουνελάκια. Τα αγαπώ πολύ τα κουνελάκια και μου αρέσει να τα φροντίζω.
Σήμερα ήρθαν καινούρια. Μωράκια. Πήγαμε με την μαμά μου να τα δούμε.
Μπορούν και χωράνε ακόμα και στην δική μου χούφτα!
Πιάνω το άσπρο.
Τα άσπρα μου αρέσουν περισσότερο.
Το κρατάω αγκαλίτσα και το φιλάω. Είμαι η μαμά του!
Η δικιά μου μαμά με αφήνει, έχει μια δουλειά θα γυρίσει σε λίγο. Έτσι μου λέει.
Μου λέει να προσέχω το κουνελάκι μου. Αν μου φύγει από τα χέρια θα πεθάνει.
Νιώθω τεράστια ευθύνη.
“Κρατώ την ζωή ενός πλάσματος στα χέρια μου.” Σκέφτομαι, και πριν προλάβουν να τυπωθούν τα εισαγωγικά στην προηγούμενη πρόταση το κουνελάκι έχει φύγει από τα χέρια μου.
Σοκάρομαι.
Ψάχνω παντού, δε μπορώ να το βρω.
Βάζω τα κλάματα. Δε θέλω να πεθάνει. Εγώ φταίω που θα πεθάνει. Εγώ..
Δεν είμαι υπεύθυνη. Μια μαμά δεν θα το έκανε ποτέ αυτό στο παιδί της. Εγώ το έκανα.
Ο μπαμπάς μου, μου λέει να μαθαίνω απο τα λάθη μου.
Πρέπει να μάθω απο αυτό μου το λάθος.
Δεν πρέπει να ξεχάσω ποτέ αυτό το κουνελάκι.
Δεν πρέπει.
Κάθε ώρα, κάθε μέρα, κάθε μήνα, κάθε χρόνο θα σκέφτομαι το κουνελάκι που πέθανε εξαιτίας μου.
Δεν πρέπει να το ξεχάσω ποτέ. Ποτέ.
–
Λίγο πριν μπω στο σκοτεινό δωμάτιο για να κοιμηθώ, ήμουν σε μια εκκλησία γιατί βαφτιζόμουν.
Ήμουν ενός έτους.
Αυτή είναι η πιο παλιά ανάμνηση του εαυτού μου που τυχαίνει να έχω.
Την ημέρα που ανέβηκα σπίτι μου κλαίγοντας επειδή πέθανε το κουνελάκι εξαιτίας μου, ήμουν τριών ετών.
Αυτή είναι η αμέσως επόμενη παλιά ανάμνηση που ανάγκασα τον εαυτό μου να έχει.
–
Για τον Μήτσο.
Επειδή το ζήτησε και επειδή θα με πάρει να φύγουμε στην Βενεζουέλα με το ποδήλατό του.
Recent Comments