Μιχάλης Α

Οι ενοχλήσεις στο στήθος μου όσο πάνε και χειροτερεύουν. Σήμερα ξύπνησα φτύνοντας αίμα. Ήταν άσχημο.

—-

Ας ξεκινήσουμε κάπως έτσι. Αυτή ήταν λεπτή. Με μακριά χέρια. Άσπρο φουστάνι, μαύρο μαλλί, κόκκινο φουλάρι. Μόνιμα χαμογελαστή. Και άντρας που είμαι, πάλι τη ζήλευα. Περνούσε από τη δουλειά μου και τα πάντα χάνανε το χρώμα τους. Αυτό ήταν το χόμπυ της — συλλογή χρωμάτων.
Εγώ είμαι παχουλός. Με φαρδιά φρύδια. Φοράω τζιν και μονόχρωμα πουκάμισα. Φτύνω συχνά. Έχω ενοχλήσεις στο στήθος, και χειροτερεύουν. Δεν χαμογελάω πολύ. Το χόμπυ μου είναι και η δουλειά μου: αλκοόλ. Στη δουλειά το σερβίρω σε άλλους, στον ελεύθερο μου χρόνο το σερβίρω στον εαυτό μου. Μέχρι πρόσφατα θεωρούσα πως όλα πάνε καλά, εκτός από τον έξω κόσμο. Τον κόσμο έξω από εμένα, κοινώς.

—-

Ποτέ δεν κάνω την πρώτη κίνηση. Ποτέ. Προτιμώ να μείνω μόνος μου, με τα μπουκάλια και τα ποτήρια μου, με το βετέξ στο χέρι να γυαλίζω τον πάγκο. Έχω ένα παλιό μηχανάκι που παίζει κασσέττες κι άλλο ένα που ενισχύει τον ήχο και τον στέλνει στα ηχεία, και η αλήθεια είναι -όπως ήδη είπα- πως μέχρι πρόσφατα όλα πηγαίνανε καλά. Τρεις δωδεκάδες ντόπιων μόνιμα αποτυχημένων, άνευ ασχολίας ανθρώπων, και μερικές εκατοντάδες συχνά εναλλασόμενες κόκκινες φάτσες, χαρούμενες για την απουσία ασχολιών, μου κάνουνε παρέα. Σερνόμαστε ευτυχισμένοι. Κάνει πάντα ζέστη.
Σερβίρω τα ποτά μου με ακρίβεια. Πιάνω ψιλοκουβέντα με τους ντόπιους όταν βαριέμαι. Κάθε μέρα είναι ίδια, και αυτό είναι καλό. Σε κάθε σύστημα υπάρχει μιά εξαίρεση. Τουλάχιστον μία. Και τί άλλο παρά η εξαίρεση θα μπορούσε να είναι μια γκόμενα που έχει ως χόμπυ της την συλλογή χρωμάτων;

—-

Της πηγαίνω ένα κόκκινο κοκτέηλ σε μακρύ ποτήρι. Με φρουτάκια, χρωματιστά καλαμάκια, σημαιάκι και όλα τα σχετικά. Κάποιος τελειωμένος θείος, με το ένα πόδι του χωμένο στον τάφο την πέρασε για ξένη. Της λέω ποιός της το κέρασε. Αδιαφορεί. Δεν γυρνάει καν να τον κοιτάξει. Μου χαμογελάει. Αναρωτιέμαι γιατί κάποια που είναι όντως όμορφη να κάθεται εδώ που κανένας δεν είναι όμορφος. Τι ακριβώς γυρεύει μια τύπισσα που πίνει χυμό ροδάκινο στο μπαράκι που ο πιο φρόνιμος σκότωσε τη γιαγιά του για να της πάρει τα ψιλά που χρειαζόταν για το επόμενο ουίσκι. Ή τουλάχιστον θα το έκανε, αν μπορούσε να βρει στόχο ανάμεσα στις δύο γιαγιάδες.
Στην επόμενη γύρα συστήνομαι. Με λένε Μιχάλη και αναρωτιέμαι τι στον διάολο κάνει εδώ. Δεν είμαι γεννημένος για φλερτ και το ξέρω. Μάλλον για χαλάκι μπάνιου ή για κομοδίνο είμαι γεννημένος, αλλά έμαθα να τα βγάζω βόλτα και ως μπάρμαν. Χαμογελάει. Το σφηνάκι δεν το πίνει. Φεύγοντας, με κοιτάζει στα μάτια. Χαμογελάει. Αισθάνομαι ταυτόχρονα εκνευρισμένος, χαρούμενος, ενοχλημένος, θλιμμένος και κουρασμένος. Μπερδεμένος. Αυτό είναι πολύ έξω από τα νερά μου. Για κάποιον λόγο που δεν καταλαβαίνω, χαμογελάω.

Κανένα Σχόλιο »

Κανείς δεν σχολίασε ακόμα.

RSS feed for comments on this post. TrackBack URL

Σχολίασε