Archive for February, 2007

Μάρτης

“α,ναι?…Ναι ,βασικά γιαυτό σε πήρα τηλέφωνο να δώ αν βρήκες…Ναι..Όχι,δεν με ενδιαφέρει η πολυτέλεια,την δουλειά του απλά να κάνει…Στις Οκτώ,οκ,θα περάσω απο εσένα.”

Κλικ.

Η Τζέφ ήταν στην κουζίνα και μόλις είχε σουρώσει το αφέψημα από πράσινο τσάι με λίγο φασκόμηλο για γεύση.Τώρα θα το άφηνε να κρυώσει λίγο προτού προσθέσει το πλέον γνωστό της “1/3″.Το “1/3″ ήταν κατά την Τζέφ η “χρυσή αναλογία” στους γαστρονομικούς πειραματισμούς που δοκίμαζε εδώ και 6 μήνες ,ένα πείραμα ανάμιξης διαφόρων τσαγιών και βοτάνων με κρύους χυμούς φρούτων,πάντα όπως έλεγε αυτή “1/3 χυμό φρούτου,όχι παραπάνω ,ούτε στάλα”.Εδώ το ένα τρίτο θα ήταν χυμός πράσινου μήλου,κάτι που αηδίασε τον Μπόμπυ: Αυτός προτιμούσε τους πειραματισμούς της με τσάι Roibos,γιασεμί και “1/3″ χυμό φράουλας,θεωρούσε το πράσινο μήλο “Μια δυστυχισμένη μαλακία και μισή,καταδικασμένη να τσιμπολογάν φέτες της σφηνωμένες στα κάγκελα, πουλάκια κλεισμένα σε κλουβιά”.Αυτή την φορά όμως θα έπινε ένα ποτήρι,κυρίως για να μην την κακοκαρδίσει.Ίσως όμως επειδή για αυτόν ήταν μια ενδιαφέρουσα μέρα,μια μέρα που θα έκανε κάτι που δεν έχει ξανακάνει.

-”Όλα οκ λοιπόν,το έχει βρει ο τύπος τελικά” μονολόγησε η Τζέφ καθώς σέρβιρε στον Μπόμπυ τον χυμό.
-”Ναι,το βρήκε”
-”….Δεν ήταν ερώτηση,δεν σε ρώτησα,απλά δήλωσα…ανακούφιση ίσως?”
-”Whatevahh…”
_”Δεν είμαι παρανοϊκή,απλά θέλω να είσαι καλά,και γνωρίζω οτι δηστυχώς η ευτυχώς για να είσαι καλά θα πρέπει ο Μάρτυ να είναι καλά,να νιώθει προστατευμένος,εξάλλου γιαυτό δεν προσπαθείς να του βρεις το…” φάνηκε αφηρημένη η Τζέφ
-”Το -ποιο- ρε Τζέφ? Τόσο παράξενο σου φαίνεται? Είναι κάτι που θα κάνει τον Μάρτυ να νιώσει ασφάλεια,που θα εξανεμίσει τις φοβίες του,τόσο παράξενο είναι ρε γαμώτο?”

Η Τζέφ δεν απάντησε ,εξάλλου τι να απαντήσει? Έβλεπε τον ενθουσιασμό του Μπόμπυ να μεγαλώνει από την στιγμή που η ιδέα που έχει συλλάβει είχε αρχίσει να πραγματώνεται.Είχε γίνει πιο χαρωπός θαρρείς,πιο ομιλητικός αντίθετα με τον Μάρτυ.Ο Μάρτυ ήταν άλλη ιστορία…Σιωπηλός,ήσυχος ,μελαγχολικός.Δεν έβγαζε ούτε κίχ,ακόμα και τις νύχτες που έλειπε ο Μπόμπυ και η Τζέφ τον έφερνε στο κρεββάτι της για να μην νιώθει μοναξιά.Η τζέφ τον χάιδευε,αλλα ο Μάρτυ παρέμενε σιωπηλός,κουρνιάζοντας μονάχα πάνω της μέχρι να την πάρει ο ύπνος και αυτός να επιστρέψει στο σαλόνι όπου αποκοιμιζόταν στον καναπέ.Η Τζέφ ποτέ δεν είχε μιλήσει για αυτό το “νυχτερινό της χούι” στον Μπόμπυ,τι να του έλεγε εξάλλου! Όχι δεν ήθελε να γνωρίζει ο Μπόμπυ οτι συμπαθεί ΤΟΣΟ ΠΟΛΥ τον Μάρτυ.Το έπαιζε ίσως αδιάφορη,ίσως ψυχρή,παρόλο που έβρισκε τον Μάρτυ όμορφο και απολάμβανε την παρέα του πολλές φορές περισσότερο απο την παρέα του Μπόμπυ.Είχε και η Τζέφ τις ανασφάλειες της,ήταν και αυτή φοβισμένη από τον κόσμο,όσο και ο Μάρτυ,όσο και ο Μπόμπυ.

Για τον Μπόμπυ η ιδέα της απόκτησης του “Σιδερικού” όπως το αποκαλούσε,είχε έρθει απότομα ,σχεδόν σαν αποκάλυψη ένα απόγευμα που ελαφρώς μεθυσμένος πήγε μια βολτίτσα με τον Μάρτυ πάνω στην ταράτσα της πολυκατοικίας που έμενε.Με ένα μπουκάλι τζίν στο χέρι και τον Μάρτυ να τον ακολουθεί ανέβηκαν τα σκαλιά ,ξεκλείδωσαν την πόρτα και κάθησαν στο δάπεδο της ταράτσας.

-”Σαρέσει Μάρτυ? Ο αέρας,η βουή της πόλης, το…καυσαέριο…”
Ο Μάρτυ ήταν σιωπηλός.
-”Έρχομαι εδώ πάνω όταν θέλω να μείνω μόνος,Μάρτυ.Ξέρεις μου αποσπά την προσοχή ο θόρυβος της πόλης,με ταξιδεύει,νιώθω σχεδόν ότι μπορώ να πετάξω να φύγω μακριά απο ότι με προβληματίζει έστω για μια ωρίτσα.Βοηθάει και το τζίν ,ξέρεις.Δεν με τρομάζει το μεθύσι,δεν με τρομάζει μην χάσω την ισορροπία μου και πέσω κάτω….Περισσότερο με τρομάζει η σιωπή,η σιωπή του δωματίου ,η σιωπή των ανθρώπων,η σιωπή κάποιου όταν λυπημένος κοιτάει έξω από το παράθυρο και η προσπάθεια που κάνεις να αρχίσεις συζήτηση μαζί του πέφτει στο κενό.Αυτό το κενό είναι που με τρομάζει,αυτή η σιωπή.Έτσι,προτιμώ την βουή της πόλης”.
Ο Μάρτυ παρέμεινε σιωπηλός.
-”Ας πάμε πιο κοντά στα κάγκελα Μάρτυ,έλα!” είπε και παίρνοντάς τον προχώρησαν κοντά στο πρεβάζι με τα σκουριασμένα κάγκελα που έφταναν το πολύ ως την μέση ενός άντρα μετρίου αναστήματος.Πραγματικός εγκληματίας αυτός που τα έβαλε εκεί,ήταν ένα “ατύχημα που περίμενε να συμβεί” σε χρονικές στιγμές όπως αυτή.

Ακριβώς σε αυτό το σημείο,εκεί στα κάγκελα ο Μπόμπυ είδε τον Μάρτυ να τρέμει σύγκορμος.Δεν τον είχε ξαναδεί τόσο αναστατωμένο,θα ορκιζόταν πως τον έπιασε πανικός,ίλιγγος!

-”Τι?…Μάρτυ?…Τι τρέχει…Μην μου πεις πώς…Εχεις υψοφοβία!”
Ακουγόταν μόνο το τουρτούρισμα του Μάρτυ και η όμορφη βουή απο αμάξια,κόρνες,βιαστικούς ανθρώπους,το αγκομαχητό κάποιου ηλίθιου δύο ορόφους πιο κάτω που είχε γύρει επικίνδυνα έξω από το παράθυρό του προσπαθώντας να σκουπίσει από το πρεβάζι του τις κουτσουλιές κάποιου πουλιού.
-”Τι φοβάσε Μάρτυ? Μην πέσεις? Δεν το φοβάμαι τούτο αγόρι μου” είπε κάνοντας πως γέρνει μπροστά στα κάγκελα σε μια παρωδία μεθυσμένης απόπειρας αυτοκτονίας. “Περισσότερο με τρομάζει η σιωπή Μάρτυ.Η σιωπή της Τζέφ όταν φτιάχνει τους χυμούς της,η Σιωπή Σου Μάρτυ”.

Ο Μπόμπυ φοβόταν την σιωπή,η σιωπή για αυτόν σήμαινε αμηχανία ,ακόμα χειρότερα σήμαινε έλλειψη ονείρων.Έδειχνε ότι κάποιος έχει “ευνουχιστεί” από τις καταστάσεις που συνάντησε,ότι κάποιου του έχουν κοπεί τα φτερά.Η σιωπή του Μάρτυ τρόμαζε τον Μπόμπυ,ίσως επειδή του θύμιζε την σιωπή του μεγαλύτερου απο τα τρία του αδέρφια.Του αδερφού του Μπόμπυ,του “Κιντ” όπως τον έλεγε χαϊδευτικά,του είχαν κόψει τα φτερά απο μικρή ηλικία.Στην οικογένεια πίστευαν οτι ήταν βλάκας,επειδή είχε τον δικό του τρόπο αντίδρασης,επειδή αργούσε να απαντήσει στις ερωτήσεις,λες και στοχαζόταν ακόμα και πάνω στην πιο απλή ερώτηση. Απο τότε που θυμάται ο Μπόμπύ,βλάκα ανέβαζαν τον Κίντ,πανηλίθιο τον κατέβαζαν τα άλλα του αδέρφια.Όλοι εκτος απο τον Μπόμπυ. Έτσι και ο ίδιος πείστηκε πως είναι και ποτέ δεν προσπάθησε για τίποτα.”Καλά ,βλάκας είσαι,κράτα πιο σταθερά την λαμπα όταν την βιδώνεις,πάλι την έσπασες” έλεγε ο πατέρας του Μπόμπυ. “Κίντ,είσαι πανίβλακας! Πώς γίνεται πάντα να τα σκατώνεις” σιγόνταραν τα αδέρφια του πλήν του Μπόμπυ.Καθημερινή κατάσταση τούτη,άλλαζαν μόνο τα γεγονότα,οι χαρακτηρισμοί.Κάποτε ο Κίντ παράτησε τις μουσικές σπουδές,και ας του άρεζε να σιγοσφυρίζει σαν πουλάκι,και αρκέστηκε στο να είναι υπάλληλος σε βενζινάδικο.Σιγά σιγά έπαψε να μιλάει,τον έφαγε η σιωπή.Έπαψε να σιγοσφυρίζει.Δεν άργησε η μέρα λοιπόν που έλαβαν οικογενειακώς ένα γράμμα απο τον Κίντ ,που έλεγε μέσες άκρες οτι τα παρατάει όλα,φεύγει για Ευρώπη να βρεί κάτι που να μην τον προσβάλει όπως έγραφε χαρακτηριστικά.Υπέγραψε ώς “Ο Βλάξ”.Έκτοτε δεν είχαν νέα του,μόνο λάμβαναν κάρτ ποστάλ από αυτόν με αξιοθέατα της Ευρώπης. Ναι ,είχε κομμένα φτερά ο Κίντ.Προφανώς ο Κίντ ήταν κακοποιημένος ψυχικά. Ο Μπόμπυ φοβόταν μην και ο Μαρτυ έχει κομμένα φτερά.Μπορεί τον Μάρτυ η προηγούμενη του οικογένεια να μην τον κακοποιούσε ψυχολογικά ,αλλά τον είχε κακοποιήσει σωματικά και μάλιστα στον χείριστο βαθμό.Γιατί να γίνεται διαχωρισμός ψυχολογικής και σωματικής κακοποίησης,η σωματική κακοποίηση άραγε δεν είναι η ύψιστη μορφή ψυχικής κακοποίησης που σου κόβει από την ρίζα τα φτερά? Όχι ,δεν ήθελε να πιστέψει κάτι τέτοιο ,πίστευε ότι ο Μάρτυ είχε απλά σπασμένα φτερά! Τώρα αυτός και η Τζέφ ήταν η οικογένειά του,και θα τον βοηθούσαν να γιάνει.

Έτσι ξημέρωσε στον Μπόμπυ η Ιδέα,η Μεγάλη Ιδέα!

-”Πάμε Μάρτυ,ξέρω πλέον πως θα γίνεις καλά! Θα σε γιατρέψω!Θα σου δώσω Ισχύ,θα σου βρω κάτι που με αυτό κανείς δεν θα μπορεί να σε πειράξει.Θα γίνεις Άντρας,αγόρι!” Άφησε το μπουκάλι τζίν να πέσει,ακούστηκαν κάτι ακατάληπτες λέξεις από κάτω,μάλλον βρισίδια,και κατηφόρισαν στο διαμέρισμα.

Ο Μπόμπυ σταμάτησε να αναπολεί. Ήταν εφτάμιση η ώρα.Πήρε τον Μάρτυ και όδευσαν προς τον “Τυπά με το Σιδερικό”.Σε όλη την πορεία προς το διαμέρισμα του “Τυπά” ο Μπόμπυ ήταν σιωπηλός.Ο Μάρτυ το ίδιο,αυτό όμως ήταν αναμενόμενο.
Έφτασαν στην πόρτα και προτού καλά καλά το καταλάβουν ήταν μέσα στο σπίτι.

-”Καλώς τα τα πουλάκια μου” Είπε ο τυπάς.” Να κεράσω κάτι?”
-”Όχι,ήρθαμε απλά για αυτό που λέγαμε…”
-”Βιαστικός είσαι λιγάκι ή μου φαίνεται?”

-”Τελοσπάντων” ,είπε ο τύπος,” Έφαγα τον κόσμο να το βρώ.Επιχρωμιομένο,όπως το ζήτησες,πρακτικά ανοξείδωτο,άφθαρτο,αρκεί να το φροντίζεις να λαδώνεις τα κινητά του μέρη.Να το!”
Άνοιξε ένα πατσαβούρι και απο κάτω ,λαμπερό λαμπερό,ήταν το επιχρωμιομένο Σιδερικό!
-”Ε…Αυτό είναι…το περίμενα κάπως μεγαλύτερο,πιο επιβλητικό…δεν ξέρω…” είπε ο Μπόμπυ
Φανερά δυσαρεστημένος ο τυπάς απάντησε :”Κοίτα,αυτό βρήκα και δυσκολεύτηκα να το βρώ.Είσουν πολύ συγκεκριμένος στο τι ζήτησες και αυτό είναι το μόνο που βρήκα να είναι με εξωτερική στρώση χρώμιου”
Έμεινε σιωπηλός για ένα λεπτό και μετά δείχνοντας τον Μάρτυ ρώτησε αν είναι για τούτο,κάτι στο οποίο ο Μπόμπυ έγνεψε καταφατικά.
-”Κοίτα Μπόμπυ,του ταιριάζει! Δεν είναι εξάλλου και μεγαλόσωμος ο Μάρτυ -συγνώμη Μάρτυ- το να σου έβρισκα κάτι πολύ μεγαλύτερο θα ήταν σαν νάνος να οδηγάει Κάντιλακ! Του πάει του Μάρτυ πιστεύω! Ω ναι,του πάει γάντι!”

Ο Μπόμπυ και ο Μάρτυ πήραν τον δρόμο του γυρισμού ,με την χαρά έκδηλη στο πρόσωπο του πρώτου.Το χέρι του Μπόμπυ έμοιαζε σαν να είχε πάθει αγκύλωση με τον τρόπο που κρατούσε το σιδερικό τυλιγμένο στην πατσαβούρα.Βιαζόταν να πάει σπίτι,βιαζόταν να ….βάλει τον Μάρτυ να το δοκιμάσει!

Το επόμενο πρωί περίμενε τον Μπόμπυ ένα όμορφο ηλιόλουστο πρωινό, ένα ποτήρι με τσάι Roibos,γιασεμί και “1/3″ χυμό φράουλα και…ένα γράμμα απο την Γαλλία.

-”Μπόμπυ,ο ταχυδρόμος έφερε αυτό για σένα….Είναι απο την Μονμάρτη,ξέρεις κανέναν εκεί?”
Ο Μπόμπυ ήπιε την τελευταία γουλιά απο το τσάι και έγνεψε αρνητικά…
-”Άνοιξε το,με τρώει η αγωνία!!!”
-”Τι ανησυχείς μην έχω ερωμένη στην Λιόν?” Ρώτησε ο Μπόμπυ με ύφος πειράγματος
-”Μονμάρτη…”
-”Έστω ,στην Μονμάρτη!”
-”Μπα, όλοι ξέρουν οτι οι γαλλίδες μυρίζουν σαν…ροκφορ,ξέρεις πού! Δεν σε έχω για τόσο ξεπεσμένο!”

Γέλασε ο Μπόμπυ και άνοιξε το γράμμα.Μέσα είχε μια κάρτ ποστάλ ενός αδιάφορου μνημείου ,που δεν γνώριζε,μάλλον της Μονμάρτης.Καρφιτσωμένο άτσαλα πάνω του ήταν δυο φωτοτυπίες,ένα πτυχίο Ωδείου που πιστοποιούσε την συμπλήρωση σπουδών αρμονίας και σύνθεσης ανωτάτου βαθμού και ένα πτυχίο Γαλλικού πανεπιστημίου για “ώριμους φοιτητές” πάνω στην “Μουσικολογία και Ιστορία της Μουσικής”.Μέσα από το φάκελο ξεγλίστρησε και ένα τόσο δά χαρτάκι διπλωμένο στα τέσσερα.Βιαστικά η Τζέφ και ο Μπόμπυ το ξεδίπλωσαν κοντεύοντας να το σκίσουν απο την αγωνία τους.Περιείχε ένα απλό μα περιεκτικό μήνυμα:

“Αγαπητέ Μπόμπ,

Σε ευχαριστώ. Σε ευχαριστώ όχι τόσο για τα πράματα που μου είπες,αλλα κυρίως για τα πράματα που δεν μου είπες.

Κιντ.

ΥΓ.Τώρα ξέρεις και την διεύθυνσή μου.”

Κάτω στο σαλόνι καθόταν ο Μάρτυ,μέσα στο επιχρωμιομένο κλουβί του.Ο ήλιος που έπεφτε πάνω του,έκανε το κλουβί να λαμποκοπάει και τα χρωματιστά πούπουλα του μικρού Μάρτυ να ιριδίζουν χαρούμενα,ανανεωμένα! Βρισκόταν σε υπερδιέγερση,πήγαινε πάνω κάτω μέσα στο κλουβι,πλατάγιζε χαρούμενα την μικρή του γλώσσα,και με το ράμφος του δοκίμαζε τα κάγκελα που πάνω τους καθρεφτιζόταν η μορφή του.Χωρίς φόβο,υπό την προστασία του σιδερικού,άνοιξε τα φτερά του και τα χτύπησε με δύναμη πετώντας μέσα στο κλουβί. Τα φτερά του,τόσο μεγάλα έμοιαζαν ανοιγμένα, έκαναν το κλουβί να μοιάζει με νάνο που ήθελε να οδηγήσει κάντιλακ,τόσο μικρό,σαν ένα κόκκο άμμου μπροστά σε Αιγυπτιακή πυραμίδα.Πλέον το χρώμα των ανοιγμένων του φτερών υποσκέλιζε την άχαρη λάμψη του χρώμιου στα κάγκελα.
Άρχισε να τιτιβίζει,να σφυρίζει,να κελαηδάει τραγουδιστά!

Ήθελε να πετάξει,λέει!

Μιχάλης Α

Οι ενοχλήσεις στο στήθος μου όσο πάνε και χειροτερεύουν. Σήμερα ξύπνησα φτύνοντας αίμα. Ήταν άσχημο.

—-

Ας ξεκινήσουμε κάπως έτσι. Αυτή ήταν λεπτή. Με μακριά χέρια. Άσπρο φουστάνι, μαύρο μαλλί, κόκκινο φουλάρι. Μόνιμα χαμογελαστή. Και άντρας που είμαι, πάλι τη ζήλευα. Περνούσε από τη δουλειά μου και τα πάντα χάνανε το χρώμα τους. Αυτό ήταν το χόμπυ της — συλλογή χρωμάτων.
Εγώ είμαι παχουλός. Με φαρδιά φρύδια. Φοράω τζιν και μονόχρωμα πουκάμισα. Φτύνω συχνά. Έχω ενοχλήσεις στο στήθος, και χειροτερεύουν. Δεν χαμογελάω πολύ. Το χόμπυ μου είναι και η δουλειά μου: αλκοόλ. Στη δουλειά το σερβίρω σε άλλους, στον ελεύθερο μου χρόνο το σερβίρω στον εαυτό μου. Μέχρι πρόσφατα θεωρούσα πως όλα πάνε καλά, εκτός από τον έξω κόσμο. Τον κόσμο έξω από εμένα, κοινώς.

—-

Ποτέ δεν κάνω την πρώτη κίνηση. Ποτέ. Προτιμώ να μείνω μόνος μου, με τα μπουκάλια και τα ποτήρια μου, με το βετέξ στο χέρι να γυαλίζω τον πάγκο. Έχω ένα παλιό μηχανάκι που παίζει κασσέττες κι άλλο ένα που ενισχύει τον ήχο και τον στέλνει στα ηχεία, και η αλήθεια είναι -όπως ήδη είπα- πως μέχρι πρόσφατα όλα πηγαίνανε καλά. Τρεις δωδεκάδες ντόπιων μόνιμα αποτυχημένων, άνευ ασχολίας ανθρώπων, και μερικές εκατοντάδες συχνά εναλλασόμενες κόκκινες φάτσες, χαρούμενες για την απουσία ασχολιών, μου κάνουνε παρέα. Σερνόμαστε ευτυχισμένοι. Κάνει πάντα ζέστη.
Σερβίρω τα ποτά μου με ακρίβεια. Πιάνω ψιλοκουβέντα με τους ντόπιους όταν βαριέμαι. Κάθε μέρα είναι ίδια, και αυτό είναι καλό. Σε κάθε σύστημα υπάρχει μιά εξαίρεση. Τουλάχιστον μία. Και τί άλλο παρά η εξαίρεση θα μπορούσε να είναι μια γκόμενα που έχει ως χόμπυ της την συλλογή χρωμάτων;

—-

Της πηγαίνω ένα κόκκινο κοκτέηλ σε μακρύ ποτήρι. Με φρουτάκια, χρωματιστά καλαμάκια, σημαιάκι και όλα τα σχετικά. Κάποιος τελειωμένος θείος, με το ένα πόδι του χωμένο στον τάφο την πέρασε για ξένη. Της λέω ποιός της το κέρασε. Αδιαφορεί. Δεν γυρνάει καν να τον κοιτάξει. Μου χαμογελάει. Αναρωτιέμαι γιατί κάποια που είναι όντως όμορφη να κάθεται εδώ που κανένας δεν είναι όμορφος. Τι ακριβώς γυρεύει μια τύπισσα που πίνει χυμό ροδάκινο στο μπαράκι που ο πιο φρόνιμος σκότωσε τη γιαγιά του για να της πάρει τα ψιλά που χρειαζόταν για το επόμενο ουίσκι. Ή τουλάχιστον θα το έκανε, αν μπορούσε να βρει στόχο ανάμεσα στις δύο γιαγιάδες.
Στην επόμενη γύρα συστήνομαι. Με λένε Μιχάλη και αναρωτιέμαι τι στον διάολο κάνει εδώ. Δεν είμαι γεννημένος για φλερτ και το ξέρω. Μάλλον για χαλάκι μπάνιου ή για κομοδίνο είμαι γεννημένος, αλλά έμαθα να τα βγάζω βόλτα και ως μπάρμαν. Χαμογελάει. Το σφηνάκι δεν το πίνει. Φεύγοντας, με κοιτάζει στα μάτια. Χαμογελάει. Αισθάνομαι ταυτόχρονα εκνευρισμένος, χαρούμενος, ενοχλημένος, θλιμμένος και κουρασμένος. Μπερδεμένος. Αυτό είναι πολύ έξω από τα νερά μου. Για κάποιον λόγο που δεν καταλαβαίνω, χαμογελάω.

ΣΠΑΣΤΑ ΟΛΑ ΒΑΓΓΕΛΑ!!!!!!!

Η θαλάσσια ανεμόνη μέσα μου είναι παντοδύναμη.
Υπογραφή: Θηριώδης Αετός.

http://www.ferociouseagle.com/rawk/02%2002%20DINOSAUR.mp3
http://www.ferociouseagle.com/rawk/05%2005%20RAPE%20WHISTLE.mp3




Bad Behavior has blocked 33 access attempts in the last 7 days.