Archive for December, 2006

ΑΑΑΑΑΑΑΝΑΑΑΣΑΑΑΑΝΑΑΑΑ.txt

ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΔΟΚΙΜΗ ΓΙΑ ΝΑ ΔΩ ΠΟΣΟ ΓΡΗΓΟΡΑ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΗΣΩ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΩ ΚΑΘΟΛΟΥ ΝΑ ΣΚΕΦΤΩ ΠΩς Ο ΚΟΣΜΟΣ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΜΠΟΥΡΔΕΛΟ ΚΑΙ ΜΙΣΟ ΚΑΙ ΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΗΚΩΘΩ ΓΙΑ ΝΑ ΜΟΥ ΒΑΛΩ ΑΚΟΜΑ ΜΙΑ ΒΟΤΚΑ ΛΕΜΟΝΙ ΚΑΙ ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΩ ΠΡΙΝ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕΙ Η ΑΝΑΠΝΟΗ ΜΟΥ ΓΙΑΤΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΝΕΛΕΗΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΙΔΙΟ ΚΑΙ ΤΑ ΠΝΕΥΜΟΝΙΑ ΜΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΑΡΩ ΜΙΑ ΑΝΑΣΑ ΡΕ ΓΑΜΩΤΟ ΓΙΑΤΙ ΤΡΕΧΕΙΣ ΡΕ ΧΡΟΝΕ ΔΕ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΠΑΡΩ ΜΙΑ ΑΝΑΣΑ ΓΑΜΩ ΤΗ ΠΑΝΑΓΙΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ ΜΟΥ ΓΑΜΩ ΑΛΛΑ ΤΕΛΙΚΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΒΓΑΙΝΕΙ ΚΑΛΟ ΚΑΙ ΑΡΚΕΤΑ ΕΞΥΠΝΟ ΠΡΟΣΠΑΘΩ ΝΑ ΦΑΝΤΑΣΤΩ ΤΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ ΟΤΑΝ ΘΑ ΤΟ ΑΝΑΓΝΩΖΕΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΜΙΑΣ ΑΝΑΣΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΑΘΟΛΟΥ ΒΟΤΚΑΣ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΑ ΓΑΜΗΣΕ ΤΑ ΡΕ ΨΗΛΕ ΜΕ ΤΟΝ ΜΠΑΟΚ ΣΕ ΑΓΑΜΠΑΟΚ ΚΑΙ ΠΟΝΑΟΚ ΠΟΛΥ ΣΕ ΛΕΩ ΑΛΛΑ ΤΕΛΙΚΑ ΓΑΜΗΣΕ ΤΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΑΡΩ ΑΝΑΣΑ. ΕΤΣΙ.

ΚΙ ΑΛΛΙΩΣ, ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΣΑ. ΑΛΛΑ ΜΙΑ ΒΟΤΚΑ ΤΗΝ ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΙ. ΚΑΚΑ ΤΑ ΨΕΜΜΑΤΑ. ΟΥΦ. ΓΑΑΓΑΓΑΣΦΑΦΣΑΦ ΣΑΦΑΣΦΑΣΑΦΦΑΦΑΣ ΑΣΦΑΣΦΑΓΓΓΓΓΓΑ.

Είμαι Κυρίως Αέρας

Είμαι κυρίως αέρας — αέρας — αέρας
Με κρύα βότκα λεμόνι παγάκια διάφορα σκοτεινά στενά που καραδοκούν γάτες στα σκουπίδια για να μου βγάλουν τα μάτια, θυμάσαι μαμά, είπες — τα μάτια, οι γάτες, όταν κινδυνεύουν, ορμάνε για τα μάτια
Είμαι κυρίως αέρας
Φυσάω προς τα εμπρός, κουβαλάω μαζί μου κύμματα και παλιές, καλές, μεταφορές — παρομοιώσεις, αρώματα, ευχές — κι έναν μαλάκα που μοιάζει με σαλάχι, αδύνατος, με το μπουφάν του να φλατφλατφλατίζει

Είμαι κυρίως αέρας
Μαζί με την αναπνοή, γκρινιάζεις, γυναίκα

Είμαι κυρίως αέρας, παρ’ όλο που είμαι πολλά πράγματα, όταν ξεχνάω, όταν μεθυσμένος από μιά κρύα βότκα λεμόνι παγάκια δίαφορα σκοτεινά στενά που καραδοκούν γάτες στα σκουπίδια για να μου βγάλουν τα μάτια, θυμάσαι μαμά, είπες — τα μάτια, οι γάτες, όταν κινδυνεύουν, ορμάνε για τα μάτια
Είμαι κυρίως αέρας

Βλαμμένα πλάσματα οι γάτες, Ελένη, στενάκια, ζητάει οδηγίες ο κύριος, οδηγίες στην Αθήνα, του λέω να πάει ίσια κάτω και μετά αριστερά, με κοιάζεις σχεδόν ερωτευμένη, σχεδόν, μόνο σχεδόν, γελάμε, τραγουδάμε Pixies και συνεχίζουμε προς τα Εξάρχεια –
Θα με πάρεις σήμερα, ω κόμη Δράκουλα; θα με δεχτείς στο κρεβάτι του κολλητού σου, που ταξιδεύει για αλλού αλλά σου άφησε τα κλειδιά του σπιτιού του; θα με ρίξεις στο ίδιο σημείο που πέφτανε οι κιμάδες από την μεξικάνικη πίτσα να μου γαμήσεις τα κωλοφάρδουλα; και το πιό σημαντικό απ’ όλα, η ερώτηση που όποιος την απαντήσει κερδίζει αυτό που κρύβεται πίσω από την θαλασσί κουρτίνα Νο. 3, ω κόμη,

Θα δεχτείς την αυριανή μου κατάθλιψη φεύγοντας με το τραίνο;
Θα μου στείλεις γράμμα;
Θα μ’ αγαπάς;
Θα είσαι αέρας;

Τέσσερις χιλιάδες τριακόσιες σαράντα οκτώ γυναίκες αγάπησα και ούτε μία δεν μου έψησε έναν σωστό καφέ

Είμαι κυρίως αέρας από την άλλη
Και ο αέρας δεν πίνει καφέ, όταν κρύα βότκα λεμόνι παγάκια διάφορα σκοτεινά στενά που καραδοκούν γάτες στα σκουπίδια για να μου βγάλουν τα μάτια, θυμάσαι μαμά, είπες — τα μάτια, οι γάτες, όταν κινδυνεύουν, ορμάνε για τα μάτια
Πίνει οξυδόπμο, ουγκ.

Οταν η ωρα της ισοπεδωσης ερχεται, εγω πινω το τελευταιο μου ποτηρι

Είχες κάτι που εγώ δεν είχα. Για την ακρίβεια είχες πολλά πράγματα που εγώ δεν είχα:Λεφτά, ρούχα, αυτοκίνητο, αυτοπεποίθηση, εξωστρέφεια, ομορφιά και άλλα και άλλα. Ένα όμως ήταν αυτό που πραγματικά εσύ το είχες κι εγώ το ζήλευα στα αλήθεια. Είχες εμένα.

Προσπάθησα πολλές φορές να συμβιβαστώ με το γεγονός ότι δηλαδή ναι, έτσι είναι τα πράγματα, αυτή είναι η ζωή, κισμέτ, κάρμα και αηδίες, μα μάταια. Δε το χώνεψα ποτές. ΠΟΤΕΣ! Ήταν όλα λόγια που έλεγα στον κόσμο και στον εαυτό μου για να ηρεμήσω, λεκτικά λεξοτανιλ της κακιάς ώρας, μα το αποτέλεσμα ήταν πάντα το ίδιο : Εσύ είχες εμένα, ενώ εγώ δε με είχα.

Άλλες πάλι φορές σκεφτόμουνα πραγματικά ότι τουλάχιστον έπρεπε να με μοιραστούμε. Δίκαια και νοικοκυρεμένα. Δε συμμεριζόσουν την ιδέα μου αυτή, είχες άλλη άποψη περί του θέματος, όχι καθόλου δεν ήθελες να με μοιραστείς με κάποιον, ακόμη κι αν αυτός ο κάποιος ήμουνα εγώ ο ίδιος. Με ήθελες όλο δικό σου να με επιδεικνύεις όταν επαναστατούσα ενάντια στη κατοχή σου. Τότε κρεμούσες στα τείχη του κάστρου σου τα κομμένα κεφάλια των στρατιωτών μου για παραδειγματισμό. Το ηθικό στο ναδιρ, η μάχη ήταν δική σου.

Πηγαίνω στα μαγαζιά που τόσα χρόνια μεθούσα σαν ένας νέος Χανκ, μα φέτος όλα μοιάζουν τόσο ξένα, τόσο αλλοτριωμένα. Δεν αντέχω ούτε λεπτό μέσα τους. Τα έκλεψες όλα, λεηλάτησες σαν Αττίλας την ψυχή μου. Η ανοικοδόμηση της νέας μου αυτοκρατορίας μάλλον θα αργήσει λίγο να γίνει πραγματικότητα. Χαμηλοί πόροι, πεσμένο ηθικό, χάλια καφέδες, μια πόλη που στάζει συνεχώς. Έχεις την πόλη μου. Έχεις εμένα.

Δε με παράτησες, να γίνω Ξανθοπουλος ( με ενα ποτήρι κρασί στο χέρι να τραγουδάω καζατζίδη και δυονισιου “ΑΦΙΛΟΟΟΟΤΙΙΙΜΜΜΗΗΗΗ” ). Δε με σνομπάρεις, να γίνω Φέδων Γεωργιτσης ( να πάω να ξουρίσω το μουστάκι μου για να σου αρέσω - κρειζι, κρειζι γκερλ ). Ουτε καν περνάς κάτω από το μπαλκόνι μου, να γινω Γεωργια Βασιλιαδου ( να σου ρίξω μια σταμνα στο ξερο σου κεφάλι να τελειώνουμε). Δε μπορώ να ξεφύγω, να μπω σε ένα καλούπι, να καταβροχθίσω άλλη μια μεταμόρφωση και να γίνω ένας άλλος. “Κράτα ο τι θελεις” θα έλεγα εγώ ενσαρκώνω ο τι θέλω, σχηματίζω το σώμα μου σα πλαστελίνη. Δε μπορώ να ξεφύγω σαν άλλος. Τα εγκεφαλικά κύμματα θήτα είναι ένα άπιαστο όνειρο. Όταν η ώρα της ισοπέδωσης έρχεται, εγώ δε μπορώ να γίνω πεταλούδα. Δε θα μπορέσω ποτέ να πετάξω μακριά σου.

Έχεις σακατέψει όλες τις γάτες της πόλης. Κουτσές, τυφλές, ακόμη και νεκρές στη μέση του δρόμου. Περνάς εσύ με το μπλε ηλεκτρίκ αυτοκίνητο σου και σκοτώνεις ο τι κάνει ΝΙΆΟΥ. Νιαουρλιάζω. Κλείνω μάτια, στόμα, αυτιά και προχωρώ έτυμος να αντικρίσω την επόμενη θηριωδία σου.

Γελάς ηχηρά, το θυμάμαι αυτο το γέλιο. Αντηχεί τώρα παντού κι όπου κι αν πάω πατάω πάνω σε αιχμηρά “χα” και τοξικά “χε”. Χορεύω μακάβρια σα τον τζοε νταλντον στις σφαίρες του λούκι λουκ. Ντανς Μπειμπι ΧαΧΑΧχαΑχα Χεχεχε!

Ένας ρυθμός από στάλες στη τζαζ μπάντα του ουρανού. Ντουμ-ντουμπα-ντου-μπαμ-του-τα-τα-τατατα-τα-τα-μπαμ. Ένα θλιβερό τραγούδι που έγραψες για εμένα. Για να με εμπαίξεις. Τον εμπαιγμό αυτό δε τον αντέχω. Χάνω τη μπάλα, όπως έχασα εσένα, όπως έχασα εμένα.

κατι πραγματα.

Κρατάς τα ηνία του ουρανού

κι εγώ με κομμένα πόδια

τρέχω προς

τον ορίζοντα

κουβαλόντας μαζί

όλους τους τενεκέδες

ΚΛΙΝΓΚΙ ΚΛΟΝΓΚΙ

και τετζερέδες

τι γλυκά που ήρθες

και με σκούντηξες

κι έπεσα με

έναν

αστείο κρότο

στα πόδια σου

μια μαύρη κουκίδα

στο ημερολόγιο

σου.

Περι της του σαταν επισκεψεως(REσπιριτουςμεφιστοφεληναπουμε)

Πυροδότησα κάθε λέξη που

δε θα σήμαινε τίποτα για

εσένα

και

για

εμένα

8 ώρες

στο άσυλο

μαζί με

άλλους 100

λογικούς

μαλάκες
προσπάθησα

αλήθεια

ήπια και καφέ

έφαγα καλά

ήμουν έτοιμος

έντιμος

και τα λοιπά

Είχα και καλές συστάσεις

κι ένα καπέλο

ΜΑΤΟΘΕΟ

δε φταίω εγώ

ΕΣΥΦΤΑΙΣ!




Bad Behavior has blocked 33 access attempts in the last 7 days.