Είχες κάτι που εγώ δεν είχα. Για την ακρίβεια είχες πολλά πράγματα που εγώ δεν είχα:Λεφτά, ρούχα, αυτοκίνητο, αυτοπεποίθηση, εξωστρέφεια, ομορφιά και άλλα και άλλα. Ένα όμως ήταν αυτό που πραγματικά εσύ το είχες κι εγώ το ζήλευα στα αλήθεια. Είχες εμένα.
Προσπάθησα πολλές φορές να συμβιβαστώ με το γεγονός ότι δηλαδή ναι, έτσι είναι τα πράγματα, αυτή είναι η ζωή, κισμέτ, κάρμα και αηδίες, μα μάταια. Δε το χώνεψα ποτές. ΠΟΤΕΣ! Ήταν όλα λόγια που έλεγα στον κόσμο και στον εαυτό μου για να ηρεμήσω, λεκτικά λεξοτανιλ της κακιάς ώρας, μα το αποτέλεσμα ήταν πάντα το ίδιο : Εσύ είχες εμένα, ενώ εγώ δε με είχα.
Άλλες πάλι φορές σκεφτόμουνα πραγματικά ότι τουλάχιστον έπρεπε να με μοιραστούμε. Δίκαια και νοικοκυρεμένα. Δε συμμεριζόσουν την ιδέα μου αυτή, είχες άλλη άποψη περί του θέματος, όχι καθόλου δεν ήθελες να με μοιραστείς με κάποιον, ακόμη κι αν αυτός ο κάποιος ήμουνα εγώ ο ίδιος. Με ήθελες όλο δικό σου να με επιδεικνύεις όταν επαναστατούσα ενάντια στη κατοχή σου. Τότε κρεμούσες στα τείχη του κάστρου σου τα κομμένα κεφάλια των στρατιωτών μου για παραδειγματισμό. Το ηθικό στο ναδιρ, η μάχη ήταν δική σου.
Πηγαίνω στα μαγαζιά που τόσα χρόνια μεθούσα σαν ένας νέος Χανκ, μα φέτος όλα μοιάζουν τόσο ξένα, τόσο αλλοτριωμένα. Δεν αντέχω ούτε λεπτό μέσα τους. Τα έκλεψες όλα, λεηλάτησες σαν Αττίλας την ψυχή μου. Η ανοικοδόμηση της νέας μου αυτοκρατορίας μάλλον θα αργήσει λίγο να γίνει πραγματικότητα. Χαμηλοί πόροι, πεσμένο ηθικό, χάλια καφέδες, μια πόλη που στάζει συνεχώς. Έχεις την πόλη μου. Έχεις εμένα.
Δε με παράτησες, να γίνω Ξανθοπουλος ( με ενα ποτήρι κρασί στο χέρι να τραγουδάω καζατζίδη και δυονισιου “ΑΦΙΛΟΟΟΟΤΙΙΙΜΜΜΗΗΗΗ” ). Δε με σνομπάρεις, να γίνω Φέδων Γεωργιτσης ( να πάω να ξουρίσω το μουστάκι μου για να σου αρέσω - κρειζι, κρειζι γκερλ ). Ουτε καν περνάς κάτω από το μπαλκόνι μου, να γινω Γεωργια Βασιλιαδου ( να σου ρίξω μια σταμνα στο ξερο σου κεφάλι να τελειώνουμε). Δε μπορώ να ξεφύγω, να μπω σε ένα καλούπι, να καταβροχθίσω άλλη μια μεταμόρφωση και να γίνω ένας άλλος. “Κράτα ο τι θελεις” θα έλεγα εγώ ενσαρκώνω ο τι θέλω, σχηματίζω το σώμα μου σα πλαστελίνη. Δε μπορώ να ξεφύγω σαν άλλος. Τα εγκεφαλικά κύμματα θήτα είναι ένα άπιαστο όνειρο. Όταν η ώρα της ισοπέδωσης έρχεται, εγώ δε μπορώ να γίνω πεταλούδα. Δε θα μπορέσω ποτέ να πετάξω μακριά σου.
Έχεις σακατέψει όλες τις γάτες της πόλης. Κουτσές, τυφλές, ακόμη και νεκρές στη μέση του δρόμου. Περνάς εσύ με το μπλε ηλεκτρίκ αυτοκίνητο σου και σκοτώνεις ο τι κάνει ΝΙΆΟΥ. Νιαουρλιάζω. Κλείνω μάτια, στόμα, αυτιά και προχωρώ έτυμος να αντικρίσω την επόμενη θηριωδία σου.
Γελάς ηχηρά, το θυμάμαι αυτο το γέλιο. Αντηχεί τώρα παντού κι όπου κι αν πάω πατάω πάνω σε αιχμηρά “χα” και τοξικά “χε”. Χορεύω μακάβρια σα τον τζοε νταλντον στις σφαίρες του λούκι λουκ. Ντανς Μπειμπι ΧαΧΑΧχαΑχα Χεχεχε!
Ένας ρυθμός από στάλες στη τζαζ μπάντα του ουρανού. Ντουμ-ντουμπα-ντου-μπαμ-του-τα-τα-τατατα-τα-τα-μπαμ. Ένα θλιβερό τραγούδι που έγραψες για εμένα. Για να με εμπαίξεις. Τον εμπαιγμό αυτό δε τον αντέχω. Χάνω τη μπάλα, όπως έχασα εσένα, όπως έχασα εμένα.
Recent Comments