Archive for November, 2006

Με Άλλα Πρόσωπα

Έξω ο κόσμος μόλις που ξυπνάει για να πάει σε όλα αυτά τα μη ενδιαφέροντα πράγματα που πηγαίνει κάθε πρωϊνό κι εμείς που δεν κοιμηθήκαμε ποτέ, σκαρφαλωμένοι στις κορφές του, περπατάμε από ταράτσα σε ταράτσα και χαϊδεύουμε τις κεραίες των τηλεοράσεων, κατακόρυφες ασημένιες γραμμές που βουίζουν και τρίζουν μέσα στα εννέα μποφόρ του θαλασσινού ανέμου, θερμοκρασία περιβάλλοντος δέκα εννέα βαθμοί κελσίου.

Με κοιτάς στα μάτια και με ρωτάς με νάζι αν θυμάμαι την φορά εκείνη που πέταξες τετρακόσια ολόκληρα πόδια, τραγουδώντας παιδικά παραμύθια με αρκούδες και δέντρα, πάνω από τα κοτέτσια και τις μελισσοφωλιές στον λόφο. Κατάφερες να κερδίσεις τα πάντα εκείνο το απόγευμα, λες, θυμάμαι πώς στάθηκες στα καλώδια που ένωναν την αποθήκη με το χωριό, μεταφέροντας ό,τι χρειαζόταν η μικρή λάμπα για να λάμπει λιγουλάκι μέσα στο σούρουπο; Θυμάμαι πώς χόρεψες επάνω τους, πως περπάτησες, πως πήδηξες, πως στάθηκες; Κι εγώ τα έχω καταφέρει να πετάξω με τέτοιο τρόπο, μου λες, το θυμάμαι πως το κατάφερα;

Ποτέ μου δεν πέταξα από πουθενά ως πουθενά, σου λέω κατηγορηματικά εγώ. Η δουλειά μου είναι να περπατάω και να χαϊδεύω. Ποτέ και τίποτε άλλο πέρα από περπάτημα ή χάδι, κι έχω ορκιστεί ποτέ μου να μη μπερδέψω ρόλους. Η μοναδική εξαίρεση μου ήταν τότε που ήμουν τραγουδιστής στη συναυλία των Joy Division. Τραγούδησα ολόκληρο το Closer με τηλεοπτικό μικρόφωνο δεμένο με κολλητική ταινία στο γυμνό μου στήθος, η φωνή μου μέσα από σπηλιές, μέσα από χαράδρες και γκρεμούς, μέσα από κουφάλες δέντρων και μυρμηγκοφωλιές έβγαινε για να φτάσει στο κοινό βραχνή, τα σημάδια στα χέρια μου σε κοινή θέα, πίσω μου ο προβολέας έφτιαχνε εικόνες κόκκινες και κίτρινες, γαλάζιες και λευκές, στατικές για δέκα δεπτερόλεπτα, το κοινό είχε ενθουσιαστεί. Αλλά και τότε, περπατούσα και χαΐδευα τα άλλα μέλη του συγκροτήματος, ποτέ μου δεν ξεχνάω τη δουλειά μου στον κόσμο αυτό. Τα υπόλοιπα είναι για εσάς.

Επιμένεις και με ντροπιάζεις, μου θυμίζεις όλες εκείνες τις φορές που με έπιασες πίσω από το εκκλησάκι να σκαλίζω φτερά στα κούτσουρα, να χαράζω αρχικά στα τούβλα, να γελάω μόνος μου χαζεύοντας τον ήλιο να πέφτει ή να ανεβαίνει με ένα θολό μπουκάλι δίπλα μου να περιμένει. Κατακόκκινος πιά, αρνούμαι τα πάντα. Ποτέ μου δεν έκανα τέτοιο πράγμα, τα ονειρεύτηκες όλα πάλι ξύπνια, σου λέω. Έδενα τα κλαδιά μεταξύ τους γιατί οι ελιές απλώνονταν πολύ, τις ήθελα να είναι πιό μαζεμένες, μου λες. Ποτέ, μα ποτέ — δεν μπορώ να καταλάβω πιά γιατί το τραβάς τόσο πολύ, δεν σου αρκεί που είμαστε μαζί ακόμα; Έσκαβα για να βρω σκουλήκια… Ζωγράφιζα σύννεφα πάνω στο χώμα… Δάγκωνα τις άγριες μέντες… Πετούσα ελεύθερος… Δεν σου αρκεί που είμαστε μαζί ακόμα;

Τελικά ξαπλώνουμε στα βρωμόνερα που μάζεψε η βροχή δίπλα στις καμινάδες. Κυλιόμαστε σαν τα γουρούνια στο τσιμέντο, γλύφουμε τις άκρες από τη πράσινη γλίτσα που δημιουργήθηκε στις άκρες του. Σηκώνομαι, περπατάω ως την άκρη της ταράτσας, χαϊδεύω το κενό από κάτω. Επιστρέφω τελικά σ’ εσένα, επιτέλους μπορούμε, για πρώτη φορά θα τα καταφέρουμε. Κοιμόμαστε αγκαλιά.

Ραντεβού αύριο στη καθημερινότητα μας, ίδια ώρα, με άλλα πρόσωπα.




Bad Behavior has blocked 33 access attempts in the last 7 days.