Πίναμε το τσαγάκι μας, όταν σου είπα: “αγόρασα κι αυτόν τον δίσκο του Dillinger, σε remastered έκδοση. Ο ήχος του είναι καταπληκτικός. Πρέπει να τον ακούσεις για να καταλάβεις”. Και επέστρεψα κρατώντας το κουτί με το χόρτο, τα χαρτάκια και τα εισητήρια μου των αστικών. Λίγο παρανοϊκό για πρώτη νύχτα, αλλά άξιζε τον κόπο.
Ξεκίνησα πρώτος. Σε χαΐδευα όπου έβρισκα, μέσα στη γλυκιά μου μαστούρα. Δεν είχες τη δύναμη να αντιδράσεις, ούτε τη δύναμη να μου δείξεις πως σου άρεσε, ακόμα και να σου άρεσε. Αυτό μέχρι που έβαλα το χέρι μου κάτω από το φουστάνι σου. Τότε, ειρωνικά, θυμήθηκες πως ήσουν γυναίκα.
Σε βίαζα ως το πρωΐ. Ήταν ό,τι πιό διασκεδαστικό είχα κάνει ποτέ μου. Το επόμενο βράδυ, χτύπησες το κουδούνι μου κρατώντας ένα CD των Jah Division και λίγο skunk. Είπες πως τα καβάτζωσες από έναν φίλο.
—-
Σε έβλεπα συχνά να περπατάς στον δρόμο. Πήγαινα στον μπακάλη για να αγοράσω λίγη μέντα και σε πετύχαινα στη διασταύρωση. Ποτέ δεν χαιρετιόμασταν. Ούτε κοιταχτήκαμε ποτέ στα μάτια στον έξω κόσμο — ούτε μιά κίνηση γνώριμη, ούτε ένα χέρι να κουνηθεί, ένα “γειά σου”, τίποτα. Μου άρεσε αυτό.
Τα βράδια χτυπούσες το κουδούνι μου, πίναμε τσάι με βότανα και καπνίζαμε χόρτο μέχρι να ξεχάσουμε τα ονόματα μας. Φορούσες τις πιό εντυπωσιακές φούστες που είχα δει ποτέ μου και πάντα έτρεχες στον διάδρομο για να μη σε δει κανείς. Συνήθως στις έσκιζα τις φούστες. Και επέμενα να τελειώνω στο προσωπό σου, αποκλειστικά.
Οι μέρες περνούσαν πολύ αργά και οι νύχτες βολίδα. Στο γραφείο είχαν ήδη ξεκινήσει οι φήμες, από τότε που υποσχέθηκα στον Λιακόπουλο να βγούμε για το βράδυ και δεν εμφανίστηκα κι επειδή τα μάτια μου είχαν πιά αποκτήσει μαύρους κύκλους και έδειχναν πάντα κόκκινα και κουρασμένα.
—-
Γνωριστήκαμε σε ένα από εκείνα τα βαρετά κλαμπ που πας για να βρεις ταίρι όταν όλα τα άλλα έχουν αποτύχει. Πολλοί αποτυχημένοι με άσπρα πουκάμισα και κόκκινη γραβάτα και πολλές αποτυχημένες με έντονα φουστάνια και πολύ -μα πάρα πολύ- μέηκ απ να κάθονται στον πάγκο, μόνοι ή μόνες τους στα τραπέζια και να περιμένουν πάντα από κάποιον άλλον την πρώτη κίνηση. Δε τα γούσταρα αυτά, αλλά είχα φτάσει και εκεί.
Την πρώτη κίνηση την έκανα εγώ, φυσικά. Από τότε που είχα ανακαλύψει το χόρτο είχα γίνει ριψοκίνδυνος και η συνειδητότητα μου έμοιαζε να μεγαλώνει. Τελικά είχαν δίκιο αυτά τα φρικιά οι χίπηδες. Αλλά ποιός μιλάει –
Η συνειδητότητα μου είχε γίνει θηρίο που κόντευε να με καταπιεί για την ακρίβεια. Τριγυρνούσα μόνος μου στους δρόμους τότε και φώναζα μέσα μου. Ήθελα να γίνω περισσότερο “εγώ”. Να σπάσω κάθε περιορισμό που μου είχαν επιβάλλει — ή που είχα επιβάλλει από συνήθεια κι από βόλεμα εγώ στον εαυτό μου. Να μην ασχολούμαι με το τί λέει ο κόσμος, αρκεί εγώ να αισθανόμουν καλά — και γιατί όχι, μιά στις τόσες να περνούσα κιόλας καλά.
—-
Ήταν η πρώτη φορά που σε έβλεπα, και δεν φορούσες φούστα κι έντονο μέηκ απ, σε αντίθεση με όλες τις καημένες γύρω σου στο μαγαζί. Στον δρόμο πάντα φορούσες κολλητό τζιν και t-shirt. Τα βράδια πάλι, πριν μου χτυπήσεις το κουδούνι, ετοιμαζόσουν -φανταζόμουν μόνος μου στο σπίτι- με τις ώρες και φορούσες ένα ακόμη έντονο φουστάνι. Προχώρησα προς το μέρος σου κι έκατσα χωρίς να ρωτήσω αν επιτρέπεται.
“Γιατί ήρθες εδώ;” ρώτησα.
“Ούτε εγώ ξέρω, μωρό μου” απάντησες.
Ήπιαμε μαζί δύο μπουκάλια κρασί, φάγαμε αυτά τα απαίσια φρούτα που μας φέρνανε μαζί με το κρασί από αμηχανία και μόνο και προσπαθήσαμε να ανοίξουμε συζήτηση. Όταν κατάλαβα πως ζούσες σχεδόν δίπλα μου, σε προσκάλεσα για τσάι στο σπίτι. Αποτελείωσαμε τα φρούτα και αφήσαμε φιλοδώρημα.
Το άξιζαν, παρ’ όλο που τα φρούτα ήταν μπαγιάτικα.
—-
Ποτέ δεν ξαναβγήκαμε έξω μαζί. Ήταν μιά σχέση διαμερίσματος. Επέστρεφα από το γραφείο, κλεινόμουν στο διαμέρισμα, κατέβαζα τα παντζούρια και περίμενα. Συχνά αυνανιζόμουν περιμένοντας. Σε σκεφτόμουν να αλλάζεις, να γδύνεσαι, να βγάζεις το τζιν και το μπλουζάκι σου, να φοράς το φουστάνι και να μακιγιάρεσαι υπομονετικά, μόνο για εμένα, μόνο για το βράδυ.
Έκανες το καλύτερο τσιμπούκι στον κόσμο.
Πολλές φορές τα παιχνίδια μας χάνανε κάθε έλεγχο, ιδιαίτερα από τις μέρες εκείνες που το χόρτο το συνηθίσαμε και δεν μας πιάνει και τόσο — χρειαζόμασταν νέες συγκινήσεις. Μερικές φορές σε χτυπούσα, άλλες φορές σου τραβούσα τα μαλλιά και σε φώναζα αποτυχημένη γυναίκα, μιά φορά έφτασα να σου σπάσω ένα δάχτυλο. Κάναμε πολύ καιρό να μιλήσουμε μετά από αυτό.
Ποτέ μέχρι τώρα δεν συζητήσαμε για το αν έχουμε πραγματικά σχέση, διαμερίσματος ή όχι.
—-
Σέρνεις τα δάχτυλα σου επάνω μου. Είμαι μαστουρωμένος, αλλά όχι φτιαγμένος. Έχω την εντύπωση πως δεν θα ξαναφτιαχτώ ποτέ μου. Τα πρωϊνά δεν χαμογελάω πιά. Προχτές με απολύσανε, όταν κατάλαβαν πως τη χαρτοδουλειά που είχα να τελειώσω τον τελευταίο μήνα δεν την είχα καν αρχίσει. “Είμαι τελειωμένος, κι εσύ δε θα γίνεις ποτέ σου γυναίκα”, φωνάζω. Συνεχίζεις να σέρνεις τα δάχτυλα σου επάνω μου.
Σε κλωτσάω στη κοιλιά. Κάτω στο πάτωμα, το φουστάνι σου μοιάζει τόσο γελοίο τώρα. Χρωματιστές μπλεγμένες κλωστές σε έντονα χρώματα. Σε ειρωνεύομαι. “Γιατί δεν διασκεδάζεις πιά, μωρό μου; Που πήγε η στύση σου;” — και δεν λεώ ψέμματα, η στύση σου έχει χαθεί ολόκληρη. Προσπαθείς να καλυφτείς με οτιδήποτε βρίσκεις μπροστά σου. Χτυπάω στα τυφλά.
Το επόμενο πρωΐ, αισθάνομαι θαυμάσια καθώς πλησιάζω το μπάνιο. Έχω ακούσει πως με ζεματιστό νερό δεν καταλαβαίνεις σχεδόν τίποτα. Ίσως αληθεύει, ίσως όχι. Είμαι διατεθειμένος να πληρώσω τον παράδεισο με λίγο πόνο. Έχω συνηθίσει, κι εσύ το ίδιο.
Κανείς δεν σχολίασε ακόμα.
RSS feed for comments on this post. TrackBack URL