Archive for September, 2006

Valley Of The Giants

Πρώτα οι συστάσεις. Οι Valley Of The Giants είναι Καναδοί. Πρόκειται για ένα project επιφανών μουσικών της εκεί indie/post rock σκηνής και πάω στοίχημα πως με την αναφορά και μόνο μερικών συγκροτημάτων στα οποία έχουν συμμετάσχει θα ανασηκωθούν κάποια φρύδια. Έχουμε και λέμε: Godspeed You! Black Emperor, A Silver Mt. Zion, Broken Social Scene, Shalabi Effect, Do Make Say Think, Strawberry… ε;

Αρκετά ονόματα λοιπόν για να τους χαρακτηρίσει κανείς σαν “supergroup” αλλά αυτά είναι γελοιότητες. Τέτοιοι ανάλατοι χαρακτηρισμοί θα αδικούσαν μια τόσο όμορφη και ιδιαίτερη προσπάθεια, ειδικά όταν μιλάμε για πραγματικά low profile καλλιτέχνες όπως η Sophie Trudeau ή ο Anthony Seck.

Οι Valley Of The Giants λοιπόν (πανέμορφο όνομα;) ξεκίνησαν το 2002 από το Ontario και μέχρι τώρα έχουν κυκλοφορήσει έναν και μοναδικό, ομότιτλο δίσκο.

Image Hosted by ImageShack.us

Valley Of The Giants - Valley Of The Giants (2004, Arts and Crafts)

Μου αρέσουν οι ιστορίες πίσω από δίσκους. Δεν εννοώ απλά concept albums. Εννοώ albums που υπάρχει μια ενδιαφέρουσα ιστορία πίσω από τη δημιουργία τους. Αυτό εδώ για παράδειγμα: Οι υπεύθυνοι κλείστηκαν σε ένα δωμάτιο για κάμποσες ώρες. Μαζί τους είχαν το Westworld του Michael Crichton, ένα science fiction western (δεν το έχω δει). Αφού το είδαν, η Diedre Smith (Strawberry) έγραψε σ’ένα χαρτί στίχους, επρρεασμένη προφανώς από την ταινία. Ακολούθησε μία μόνο πρόβα και στη συνέχεια ηχογράφηση του δίσκου.

Η μοναχική και θλιμμένή ατμόσφαιρα της ταινίας καθώς και των ταινιών π.χ. του A. Jodorowsky κυριαρχεί στο album, η διάρκεια του οποίου ξεπερνά την μία ώρα. Σίγουρα η ιδέα γιά μεταφορά (ή προσπάθεια μεταφοράς) της ατμόσφαιρας ενός spaggetti western σε δίσκο δεν ήταν δική τους, έχουν όμως μια τελείως προσωπική folk/postrock προσέγγιση και το αποτέλεσμα τους δικαιώνει. Το desert feeling παραπέμεπει σε groups όπως οι Calexico και οι Yo La tengo, ενώ σε στιγμές μου ήρθαν στο μυαλό μέχρι και οι Earthbound(!). Σε τελική ανάλυση όμως το album δε θυμίζει κάποια συγκεκριμμένη μπάντα. Χρησιμοποιούν διάφορα όργανα πέρα από τα κλασικά, όπως βιολί ή διάφορα πνευστά. Τα κομμάτια “χτίζονται” σιγά-σιγά, μέχρι να κορυφωθούν με fuzz ξεσπάσματα που ξαφνιάζουν. Τα λίγα φωνητικά της Dierdre είναι πολύ όμορφα, μου θύμισαν κάπως την Maria των 27.

Αν και όταν το είχα ανακαλύψει το άκουγα συνέχεια, εύκολα καταλαβαίνει κανείς μετά από μερικά ακούσματα ότι το “Valley Of The Giants” δεν είναι το album που θα ακούς κάθε μέρα ή έστω σε πολύ τακτά χρονικά διαστήματα. Θα υπάρξουν όμως στιγμές που θες να ακούσεις αυτό και μόνον αυτό. Όπως γίνεται (για μένα τουλάχιστον) με τα περισσότερα “ιδιαίτερα” albums, ότι κι αν είναι αυτό. If you’re smokin’ that shit… You’d better get your mind right… If you’re smokin’ that shit… You’d better get your mind right…

Ακολουθούν οι στίχοι του “Whaling Tale”, ενός κομματιού που μάλλον ξεφεύγει από το concept του υπόλοιπου album.

the story is about a rock penguin
it’s a small penguin not a king penguin
You can see thousands of them breeding
when the warm season starts
and they only lay one egg at a time
and if you take one away they lay another egg but no more
but i want to tell this story really about one incident one day
it was a gray misty day with the wind blowing hard
and there was a heavy swell running
and the whale factory was pitching and yawing
not really a very good day to pick up the whales over the stern of the factory ship
there were one or two dead whales at the stern of the vessel
and the whale cathcers where coming in with their whales
and in the distance you could see the icebergs
quite a number of them
and the men were trying to get ready to pull the whales over the stern of the vessel
there was a pack of killer whales around
which came tearing towards the factory ship
and they tore chunks out of the whales
there were a number of men at the stern of the veesssel with guns shooting at the killer whales
the minute they hit a killer whale the rest of the pack went after him and tore him to pieces
but lets get back to the story of the penguin
i’d say there were about 6 or 7 whales some of them blue some of them fin
at the stern of the vessel
and there was that small rock penguin sitting on top of the whale back
and as we were pulling up the whales one after another over the stern of the vessel
it was rather difficult with the heavy swell running
the penguin hopped from one whale to another
the killer whales were all around the dead whales
they were tearing into them and the sea was red with blood
and by that time there was a number of men from the whale factory coming astern and watching the penguin at the back of the whale
and the men where shooting as fast as they could to stop the killer whale from getting getting the penguin
which was sitting trying to hold on to the back of the whale
but as the whale was pulled up the chute
it was difficult for the winchman to regulate
and he had to watch very carefully not to
with the swell of the vessel
with the swell of the sea running and the vessel moving
to stop the penguin from slipping off its back
the chute was quite steep it was about i would say 30 degrees
and the little penguin climbed close to the tail of the whale
from which the whale was pulled up the chute
and the men were all standing around and watching and hoping that that penguin would finally get up get up on deck
it took a long time to heave that last whale up
if there was a swell the winchman up on top had to watch and be as careful as possible not to jerk and increase the movement
so that the little penguin could stay on top
we got him to the stern of the chute at the beginning of the chute
and we got the
we kept on
we kept on slowly pulling and as we pulled the little penguin
slowly but surely went along the back of the whale from the tail of from the tail to the middle of to the middle of the back
but at that time the sea was running heavy and the movement at the stern was rather erratic
finally when we got him up about 3/4 of the way
i dont think there was a man working on the stern of the factory
they were all watching and hoping too that the little penguin would get up on top
as the killer whales were just waiting down below and just watching
and the men were shooting and trying to kill these killer whales
they were afraid that the little penguin might slip in the water
finally when we got it really all the way up
everybody started to breathe a sigh of relief
but there was a heavy heavy swell which came under the factory
and rolled the whale on the side and the little penguin slipped off
and as it went down the chute the killer whales got it

most of the men were not happy that day
there were also … there’s millions of penguins
that was one of the sights which i did not care to see again
but thats the way in antarctic
theres no give and take
its a hard hard place to be in
but
c’est la vie


http://www.arts-crafts.ca/valleyofthegiants/

http://en.wikipedia.org/wiki/Valley_of_the_Giants

Μηδέν

Η αντανάκλαση μου, βρώμικος καθρέπτης
Καμιά σύνδεση προς τον εαυτό μου
Είμαι ο εραστής σου, είμαι το μηδενικό σου,
Είμαι το πρόσωπο στα όνειρα σου από γυαλί
Γι’ αυτό σώσε τις προσευχές σου
Για τότε που θα τις χρειαστούμε πραγματικά
Ξεφορτώσου τις έγνοιες σου και πέτα
Θες να πάμε μια βόλτα;

Είναι η μιά και μοναδική μου
Είναι ό,τι χρειάζομαι πραγματικά
Γιατί είναι η μιά και μοναδική μου

Η Κενότητα είναι Μοναξιά
Και η Μοναξιά είναι Καθαριότητα
Και η Καθαριότητα είναι Θεϊκή
Και ο Θεός είναι άδειος
Σαν κι εμένα

Μεθυσμένος από την τρέλλα
Είμαι ερωτευμένος με τη λύπη μου
Σκατό-ψεύτες, μαγεμένα βασίλεια
Τα θύματα της μόδας μασάνε τα καρβουνό-δόντια τους

Ποτέ δεν προσποιήθηκα πως είμαι σε πλοίο που βυθίζεται
Ποτέ δεν προσποιήθηκα πως είμαι θλιμμένος

Κατηγορείς τον εαυτό σου
Για ό,τι δεν μπορείς να αγνοήσεις
Κατηγορείς τον εαυτό σου που θέλεις κάτι παραπάνω από… αυτό

Είναι η μιά και μοναδική μου
Είναι ό,τι χρειάζομαι πραγματικά
Γιατί είναι η μιά και μοναδική μου
Είναι η μιά και μοναδική μου.

Billy Corgan / “Zero“, από το άλμπουμ των Smashing PumpkinsMellon Collie and the Infinite Sadness” [πράγμα που με κάνει να αναρωτιέμαι, κυρίως επειδή οι Τζαμαϊκανοί αποκαλούσαν το χόρτο "collie" και... αρχίζω να αναρωτιέμαι: είναι ο τίτλος του άλμπουμ κάτι παραπάνω από "Mellon + Collie = Melancholy" ή ίσως το τραβάμε προς mellon [πεπόνι] + collie [χόρτο] = …;]

Protected: Wishlist, Part Two

This post is password protected. To view it please enter your password below:


Ξυπνάω Ορισμένα Πρωϊνά

Ξυπνάω ορισμένα πρωϊνά χωρίς λόγο, πολύ νωρίς και κατεβαίνω προς τον δρόμο. Επαναλαμβάνω: ξυπνάω ορισμένα πρωϊνά χωρίς λόγο. Δεν έχω κανένα λόγο να σηκωθώ νωρίς. Δεν έχω κάποια ανάγκη σα τους γύρω μου. Γεννήθηκα έτσι.

—-

Η ζωή μου αποτελείται από μικρά κομμάτια παζλ, ένα παζλ με θέμα τον ουρανό: πολύ γαλάζιο, δικέ μου, πολλά κομμάτια με το ίδιο χρώμα. Ωραίο είναι το γαλάζιο — είμαι από τους πρώτους που θα σου πούνε πως το γαλάζιο του ουρανού είναι πανέμορφο χρώμα, ειδικά αν ζεις μέσα σε μιά πόλη και το μόνο που βλέπεις είναι κεραίες και μπετά. Αλλά γίνεται επαναλαμβανόμενο το γαμημένο κι εγώ ήθελα κάτι να το σπάσω, πέρα από μερικές άσπρες πινελιές εδώ κι εκεί.

Δουλεύω την κοινωνία με την ύπαρξη μου. Δεν έχω κάτι συγκεκριμένο να κάνω — πέρασα από εδώ πέρα και έμεινα, μένω για τέσσερα χρόνια για την ακρίβεια. Δεν είναι και τόσο άσχημα, αν εξαιρέσεις πως στους δρόμους κλέβουν, σακατεύουν και ουρλιάζουν. Την βγάζω μιά χαρά, αν με συγκρίνεις με τα φτωχά παιδάκια στην Σομαλία ή το δίπλα στενό. Πάω τις βόλτες μου, βρήκα έναν γνωστό στο ραδιόφωνο της σχολής, κάνω καμιά εκπομπή εδώ κι εκεί…

Μερικά πρωϊνά ξυπνάω πολύ νωρίς χωρίς κανένα λόγο.

—-

Αυτό ξεκίνησε λίγο καιρό αφ’ ότου σε γνώρισα. Είσαι ακόμα ένα από αυτά τα περίεργα άτομα που γνώρισα κατά καιρούς. Τις περισσότερες φορές που καθόμαστε μαζί σε αυτά τα άθλια πεζούλια μου λες για το πως περιμαζεύεις σκύλους στο σπίτι σου — στην κατάληψη σου, το άντρο σου ή όπως θέλεις πες το, δε με νοιάζουν και πολύ τα ιδεολογικά σου τέλος πάντων.

Μαζεύεις σκύλους, έχεις βρει ένα δικό σου σύστημα για να ζεσταίνεις τον χώρο, χρησιμοποιώντας ένα περίπλοκο λαβύρινθο από κατσαρολικά, μεταλλικούς κουβάδες και μιά μικρή δεξαμενή — επίσης μεταλλική. Για κάποιον λόγο που δε μπορεί να χωρέσει στο μυαλό μου, δουλεύει — κι για κάποιον άλλον λόγο που επίσης δεν χωράει στο μυαλό μου, έχεις πάντα νερό από τότε που ήρθες. Δεν ξέρω και πολλά από καταλήψεις αλλά υποθέτω πως αν δεν πληρώνεις, δεν έχεις νερό. Τουλάχιστον έτσι ήξερα μέχρι τώρα από τις εμπειρίες μου.

Και κάθεσαι στο πεζούλι σου και πίνεις φτηνό κρασί κάθε απόγευμα.

—-

Αυτός ο δρόμος μοιάζει με μιά φανταχτερή κατάρα που κανένας δε παίρνει στα σοβαρά. Οι πλούσιοι περνάνε και χαζεύουν τις βιτρίνες των δύο-τριών ρουχάδικων. Οι φτωχοί πίνουν φτηνό κρασί στα πεζούλια. Οι τουρίστες σταματάνε μπροστά στο φωτογραφείο, κοιτάζουν για πολύ ώρα τις καρτ-ποστάλ και τα σουβενίρ έντονα, διαλέγουν ένα που τους θυμίζει περισσότερο από τα άλλα την πόλη. Οι χάι-κλας γκόμενες που αποφάσισαν να γίνουν πανκ τριγυρνάνε στα μικρομάγαζα με τα DIY μπλουζάκια και τα περιλαίμια σκύλων. Οι πραγματικοί πανκς τώρα, πέφτουν σε κάποιο παγκάκι — ένας από αυτούς κλέβει παγωτά από ένα περίπτερο για την παρέα. Οι υπόλοιποι συζητάνε για το αν οι Γενιά του Χάους ήταν όντως πανκ ή εναλλακτικό ροκ. Μεταλλάδες που πίνουν τον καπουτσίνο τους στο γωνιακό ροκάδικο, τρέντι παιδάκια που δείχνουν πολύ μεθυσμένα παραπατάνε δίπλα στη πιτσαρία, σκυλιά -που από το πολύ κέρασμα γρήγορων φαγητών δείχνουν σαν τον Σουγκλάκο σε διπλότριπλη έκδοση- τριγυρνάνε και χέζουν χωρίς να κάνουν διακρίσεις: χορτάρι, παπούτσι, πλακάκια, βιτρίνα, πεζοδρόμιο, δέντρο…

Αυτός ο δρόμος μοιάζει με μιά φανταχτερή κατάρα. Κανείς δε τον παίρνει στα σοβαρά.

—-

Στέκομαι δίπλα σε κάτι πανάρχαια κτίσματα και κοιτάζω προς τα επάνω, πουλιά πετάνε στραβωμένα σε παράξενες πορείες. Αυτό το πράγμα που καπνίσαμε με την Χριστίνα με κάνει να αντιδρώ περίεργα. Ο ψυχίατρος που επισκεπτόμουν κάποτε επέμενε πως πρέπει να απέχω από το αλκοόλ και τα ναρκωτικά. Τον ρωτούσα τότε μόρτικα: “γιατρέ, πώς κλάνει το μπαρμπούνι;” κι εκνευριζόταν. Δεν καταλάβαινε πως αστειευόμουν — ήταν τόσο απλό το θέμα, εγώ αστειευόμουν κι αυτός δεν το καταλάβαινε. Νόμιζε πως όντως είχα κάποιο πρόβλημα.

Σέρνω τα δάχτυλα μου επάνω στις πλάκες. Περνάει κάποια με ένα μπλε ποδήλατο. Μιά παρέα κουταβιών από απέναντι έχουν βαλθεί να γρατζουνάνε μιά κιθάρα και να τραγουδάνε όλοι μαζί το “Να μ’ αγαπάς”. Το σακατεμένο δάχτυλο μου με πονάει. Συνεχίζω να σέρνω τα δάχτυλα μου επάνω στις πλάκες. Ένας ποντικός βγαίνει στον πεζόδρομο, τρέχει και χώνεται μέσα σε μιά σχάρα. Ο καριόλης, πρέπει να είχε φάει μιά γάτα για πρωϊνό, αν κρίνω από το μέγεθος του. Και να το απόλαυσε.

Αρχίζω να κατεβαίνω τον πεζόδρομο προς τα πεζούλια.

—-

Όποτε σε βρίσκω ήδη μεθυσμένο προτιμώ να φεύγω. Δεν έχουμε και πολλά να πούμε τότε, γιατί δεν είμαστε στην ίδια μυαλογραμμή — που θα ‘λεγε και ο φίλος μου ο επιστήμονας. Δεν επικοινωνούμε σωστά, ο ένας μιλάει για τις πυραμίδες της Αιγύπτου κι ο άλλος για τον νέο δίσκο των Nile. Προτιμώ να μεθάμε παρέα, τότε τα θέματα έρχονται στο στόμα μας από μόνα τους και ποτέ δε κουράζομαι από τη συζήτηση.

Στις κρίσεις μου απλά γελάς — και είσαι ο μοναδικός που το κάνει αυτό. Όλοι οι άλλοι πανικοβάλλονται, τρέχουν, πετάνε νερά, με ταρακουνάνε, με χαστουκίζουν. Όλα αυτά με κάνουν χειρότερα. Το γέλιο σου με ηρεμεί.

Σήμερα σε βρίσκω με το μυαλό πεντακάθαρο και ζητιανεύεις με το χέρι απλωμένο για να ταΐσεις τα σκυλιά σου. Το νέο σου κουταβάκι, αυτό το μαύρο τριγυρνάει στα παγκάκια, κουνάει την ουρά και πότε-πότε επιστρέφει με ένα κομμάτι πίτσα ή καλτσόνε στο στόμα του. Ποτέ δεν ονομάζεις τα σκυλιά σου — λες πως μπορούν να τα καταφέρουν μιά χαρά και μόνα τους.

—-

Αυτός ο τελειωμένος πρώην σουηδός πρώην αεροπόρος έχει βαλθεί να μας παλαβώσει κι εμάς όλους. Έχει ένα μεγάλο μπουκάλι κόκκινου Καμβά και μέσα έχει ρίξει ούζο, ρετσίνα και ρακή, τριγυρνάει και κερνάει όποιον βρει και πεθαίνει στα γέλια όταν μας βλέπει να ξερνάμε ό,τι κατάπιαμε με την μία. Φοράει σαν πάντα τα ακουστικά του γουόκμαν του και απαντάει “ΓΙΕΣ ΓΙΕΣ ΓΙΕΣ ΜΑΝ” ό,τι κι αν του ρωτήσεις. Την τελευταία φορά που καπνίζαμε ναργιλέ είχε έρθει και ήθελε να ρίξει μέσα κάτι μαρούλια που είχε κλέψει από τον μπακάλη της γειτονιάς.

Συζητάμε λίγο για το πρόβλημα της ανάμιξης ποτών. Έρχεται ένας κοινός γνωστός με μιά βότκα και κάτι πλαστικά ποτηράκια που καβάτζωσε από τη κρεπερί. Αλλάζουμε θέμα, σαν λογικοί άνθρωποι: τώρα λέμε για την αδιαφορία της κοινωνίας απέναντι στα προβλήματα των φτωχών. Ποτέ μου δεν ήμουν φτωχός και το λέω φωναχτά — με κοιτάζουν όλοι περίεργα, αλλά το ξαναλέω για να το εμπεδώσουν. Δε μου αρέσει να είμαι ψεύτης, ιδιαίτερα όταν είμαι μεθυσμένος.

Ο μεγάλος σκύλος της περιπτερούς έρχεται και ξαπλώνει στα πόδια μου. Τον χαϊδεύω πίσω από τ’ αυτιά και κλείνει τα μάτια. Κάποιος μου γεμίζει το ποτήρι.

—-

Αργά το βράδυ και τρεις τύποι με κολλητά δερμάτινα και ξυρισμένα κεφάλια έχουν βάλει κάτω έναν άλλο τύπο με τζην και μακρύ μαλλί και τον βαράνε στο κεφάλι φωνάζοντας “εδώ ήρθες να πουλήσεις τρέλα ρε;”. Ξαναπατάω το play στο γουόκμαν μου κι ανάβω τσιγάρο. Μοιάζει ωραίο βραδάκι.

Ξημερώνει και προχωράω προς το σπιτάκι μου — το ενοικιασμένο από τους γονείς μου διαμέρισμα “μου”, τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Σε λίγο καιρό προφανώς θα είναι το διαμέρισμα κάποιου άλλου, ενοικιασμένο από τους γονείς του, για τα δικά “του” τέσσερα χρόνια σε αυτό το γκριζόπραμα.

Ξυπνάω στις τέσσερις το απόγευμα και μου ετοιμάζω λίγο τσάι και κουλουράκια βουτύρου.

—-

Σηκώθηκα πάλι νωρίς χωρίς λόγο. Ανάβω την τηλεόραση και παρακολουθώ μιά συζήτηση για κάποιους λιμενικούς κάπου που κάνουν απεργία κάπως — παράνομα. Το μυαλό μου δεν λειτουργεί ακόμα. Όταν αρχίσει να λειτουργεί καταλαβαίνω τι κάνω και κλείνω την τηλεόραση, βγαίνω στο μπαλκόνι για λίγο αέρα. Ξαναμπαίνω, φοράω το καρό μου πουκάμισο και το καπέλο μου στραβά και κατεβαίνω προς τον δρόμο.

—-

Σηκώθηκα πάλι νωρίς. Πακετάρω τα πράγματα μου και αφήνω ένα κρυφό σημείωμα στο τρίτο συρτάρι της κουζίνας, μαζί με ένα βαρύ κουζινομάχαιρο για ξεκάρφωμα.

Τα Φουστάνια

Πίναμε το τσαγάκι μας, όταν σου είπα: “αγόρασα κι αυτόν τον δίσκο του Dillinger, σε remastered έκδοση. Ο ήχος του είναι καταπληκτικός. Πρέπει να τον ακούσεις για να καταλάβεις”. Και επέστρεψα κρατώντας το κουτί με το χόρτο, τα χαρτάκια και τα εισητήρια μου των αστικών. Λίγο παρανοϊκό για πρώτη νύχτα, αλλά άξιζε τον κόπο.

Ξεκίνησα πρώτος. Σε χαΐδευα όπου έβρισκα, μέσα στη γλυκιά μου μαστούρα. Δεν είχες τη δύναμη να αντιδράσεις, ούτε τη δύναμη να μου δείξεις πως σου άρεσε, ακόμα και να σου άρεσε. Αυτό μέχρι που έβαλα το χέρι μου κάτω από το φουστάνι σου. Τότε, ειρωνικά, θυμήθηκες πως ήσουν γυναίκα.

Σε βίαζα ως το πρωΐ. Ήταν ό,τι πιό διασκεδαστικό είχα κάνει ποτέ μου. Το επόμενο βράδυ, χτύπησες το κουδούνι μου κρατώντας ένα CD των Jah Division και λίγο skunk. Είπες πως τα καβάτζωσες από έναν φίλο.

—-

Σε έβλεπα συχνά να περπατάς στον δρόμο. Πήγαινα στον μπακάλη για να αγοράσω λίγη μέντα και σε πετύχαινα στη διασταύρωση. Ποτέ δεν χαιρετιόμασταν. Ούτε κοιταχτήκαμε ποτέ στα μάτια στον έξω κόσμο — ούτε μιά κίνηση γνώριμη, ούτε ένα χέρι να κουνηθεί, ένα “γειά σου”, τίποτα. Μου άρεσε αυτό.

Τα βράδια χτυπούσες το κουδούνι μου, πίναμε τσάι με βότανα και καπνίζαμε χόρτο μέχρι να ξεχάσουμε τα ονόματα μας. Φορούσες τις πιό εντυπωσιακές φούστες που είχα δει ποτέ μου και πάντα έτρεχες στον διάδρομο για να μη σε δει κανείς. Συνήθως στις έσκιζα τις φούστες. Και επέμενα να τελειώνω στο προσωπό σου, αποκλειστικά.

Οι μέρες περνούσαν πολύ αργά και οι νύχτες βολίδα. Στο γραφείο είχαν ήδη ξεκινήσει οι φήμες, από τότε που υποσχέθηκα στον Λιακόπουλο να βγούμε για το βράδυ και δεν εμφανίστηκα κι επειδή τα μάτια μου είχαν πιά αποκτήσει μαύρους κύκλους και έδειχναν πάντα κόκκινα και κουρασμένα.

—-

Γνωριστήκαμε σε ένα από εκείνα τα βαρετά κλαμπ που πας για να βρεις ταίρι όταν όλα τα άλλα έχουν αποτύχει. Πολλοί αποτυχημένοι με άσπρα πουκάμισα και κόκκινη γραβάτα και πολλές αποτυχημένες με έντονα φουστάνια και πολύ -μα πάρα πολύ- μέηκ απ να κάθονται στον πάγκο, μόνοι ή μόνες τους στα τραπέζια και να περιμένουν πάντα από κάποιον άλλον την πρώτη κίνηση. Δε τα γούσταρα αυτά, αλλά είχα φτάσει και εκεί.

Την πρώτη κίνηση την έκανα εγώ, φυσικά. Από τότε που είχα ανακαλύψει το χόρτο είχα γίνει ριψοκίνδυνος και η συνειδητότητα μου έμοιαζε να μεγαλώνει. Τελικά είχαν δίκιο αυτά τα φρικιά οι χίπηδες. Αλλά ποιός μιλάει –

Η συνειδητότητα μου είχε γίνει θηρίο που κόντευε να με καταπιεί για την ακρίβεια. Τριγυρνούσα μόνος μου στους δρόμους τότε και φώναζα μέσα μου. Ήθελα να γίνω περισσότερο “εγώ”. Να σπάσω κάθε περιορισμό που μου είχαν επιβάλλει — ή που είχα επιβάλλει από συνήθεια κι από βόλεμα εγώ στον εαυτό μου. Να μην ασχολούμαι με το τί λέει ο κόσμος, αρκεί εγώ να αισθανόμουν καλά — και γιατί όχι, μιά στις τόσες να περνούσα κιόλας καλά.

—-

Ήταν η πρώτη φορά που σε έβλεπα, και δεν φορούσες φούστα κι έντονο μέηκ απ, σε αντίθεση με όλες τις καημένες γύρω σου στο μαγαζί. Στον δρόμο πάντα φορούσες κολλητό τζιν και t-shirt. Τα βράδια πάλι, πριν μου χτυπήσεις το κουδούνι, ετοιμαζόσουν -φανταζόμουν μόνος μου στο σπίτι- με τις ώρες και φορούσες ένα ακόμη έντονο φουστάνι. Προχώρησα προς το μέρος σου κι έκατσα χωρίς να ρωτήσω αν επιτρέπεται.

“Γιατί ήρθες εδώ;” ρώτησα.
“Ούτε εγώ ξέρω, μωρό μου” απάντησες.

Ήπιαμε μαζί δύο μπουκάλια κρασί, φάγαμε αυτά τα απαίσια φρούτα που μας φέρνανε μαζί με το κρασί από αμηχανία και μόνο και προσπαθήσαμε να ανοίξουμε συζήτηση. Όταν κατάλαβα πως ζούσες σχεδόν δίπλα μου, σε προσκάλεσα για τσάι στο σπίτι. Αποτελείωσαμε τα φρούτα και αφήσαμε φιλοδώρημα.

Το άξιζαν, παρ’ όλο που τα φρούτα ήταν μπαγιάτικα.

—-

Ποτέ δεν ξαναβγήκαμε έξω μαζί. Ήταν μιά σχέση διαμερίσματος. Επέστρεφα από το γραφείο, κλεινόμουν στο διαμέρισμα, κατέβαζα τα παντζούρια και περίμενα. Συχνά αυνανιζόμουν περιμένοντας. Σε σκεφτόμουν να αλλάζεις, να γδύνεσαι, να βγάζεις το τζιν και το μπλουζάκι σου, να φοράς το φουστάνι και να μακιγιάρεσαι υπομονετικά, μόνο για εμένα, μόνο για το βράδυ.

Έκανες το καλύτερο τσιμπούκι στον κόσμο.

Πολλές φορές τα παιχνίδια μας χάνανε κάθε έλεγχο, ιδιαίτερα από τις μέρες εκείνες που το χόρτο το συνηθίσαμε και δεν μας πιάνει και τόσο — χρειαζόμασταν νέες συγκινήσεις. Μερικές φορές σε χτυπούσα, άλλες φορές σου τραβούσα τα μαλλιά και σε φώναζα αποτυχημένη γυναίκα, μιά φορά έφτασα να σου σπάσω ένα δάχτυλο. Κάναμε πολύ καιρό να μιλήσουμε μετά από αυτό.

Ποτέ μέχρι τώρα δεν συζητήσαμε για το αν έχουμε πραγματικά σχέση, διαμερίσματος ή όχι.

—-

Σέρνεις τα δάχτυλα σου επάνω μου. Είμαι μαστουρωμένος, αλλά όχι φτιαγμένος. Έχω την εντύπωση πως δεν θα ξαναφτιαχτώ ποτέ μου. Τα πρωϊνά δεν χαμογελάω πιά. Προχτές με απολύσανε, όταν κατάλαβαν πως τη χαρτοδουλειά που είχα να τελειώσω τον τελευταίο μήνα δεν την είχα καν αρχίσει. “Είμαι τελειωμένος, κι εσύ δε θα γίνεις ποτέ σου γυναίκα”, φωνάζω. Συνεχίζεις να σέρνεις τα δάχτυλα σου επάνω μου.

Σε κλωτσάω στη κοιλιά. Κάτω στο πάτωμα, το φουστάνι σου μοιάζει τόσο γελοίο τώρα. Χρωματιστές μπλεγμένες κλωστές σε έντονα χρώματα. Σε ειρωνεύομαι. “Γιατί δεν διασκεδάζεις πιά, μωρό μου; Που πήγε η στύση σου;” — και δεν λεώ ψέμματα, η στύση σου έχει χαθεί ολόκληρη. Προσπαθείς να καλυφτείς με οτιδήποτε βρίσκεις μπροστά σου. Χτυπάω στα τυφλά.

Το επόμενο πρωΐ, αισθάνομαι θαυμάσια καθώς πλησιάζω το μπάνιο. Έχω ακούσει πως με ζεματιστό νερό δεν καταλαβαίνεις σχεδόν τίποτα. Ίσως αληθεύει, ίσως όχι. Είμαι διατεθειμένος να πληρώσω τον παράδεισο με λίγο πόνο. Έχω συνηθίσει, κι εσύ το ίδιο.




Bad Behavior has blocked 33 access attempts in the last 7 days.