“Θέλουνε να με κρατήσουνε άλλο τόσο και δεν ξέρω τι στον διάολο ζητάνε από εμένα“, επέμεινε. “Εγώ πιστεύω πως δε θα έπρεπε να είχαμε μπλέξει έτσι από την αρχή, ε; Δε θα έπρεπε να χωνόμαστε όπου δε μας σπέρνουνε, ε; Εσύ τί λες;“. Δε κουνάω. Στέκομαι στο ίδιο σημείο του πηγαδιού κι απλά τεντώνω το πακέτο προς τη μεριά του. Εκείνος κάνει πως δε κατάλαβε τη κίνηση μου, μα βλέπω την άκρη του ματιού του να κινείται ελάχιστα. Βλέπει. Ακουμπάω το πακέτο στον καρπό του. Παίρνει τσιγάρο.
“Κανένας σας δε μιλάει. Το ξέρω αυτό. Αλλά έχω δίκιο να μετανιώνω. Δεν έχω;“. Ρουφάω τον καπνό μου ήρεμος. Θαρρείς αδιαφορώ. Τεντώνω τα πόδια μου.
“Τί στον διάολο θα γίνει;”.
Στέκομαι ακόμη στο ίδιο σημείο του πηγαδιού και σιγά-σιγά οι ήχοι των χελιδονιών γύρω μου, η μυρωδιά της κουζίνας από το ταβερνάκι του Γιώργου λίγο παρακάτω, ο κόσμος που περνάει σχεδόν τηγανισμένος από τα λάδια ηλιοθεραπείας και τους σαράντα βαθμούς υπό σκιάν, το όλο σκηνικό γύρω μου με μεταφέρει κάπου αλλού. Ξεφυσάω και παραδίνομαι.
Όταν επιστρέφω εκείνος μουρμουράει κάτι σαν “δε μπορώ να καταλάβω πιά. Είναι που…“. Μου πέφτει το πακέτο. Μένω στην ίδια θέση και προσπαθώ να σηκώσω το πακέτο χρησιμοποιώντας μόνο τις πατούσες μου. Προσέχω κάτι γυαλιά από σπασμένη μπύρα στα πλακάκια. Από πέρα, από τη παραλία ακούγεται ένα αμάξι να περνάει με μπίτια στο τέρμα.
Κανείς δεν σχολίασε ακόμα.
RSS feed for comments on this post. TrackBack URL