ο Ντύλαν Τόμας, βέβαια, τα λάτρευε όλα: το χειροκρότημα, το
δωρεάν ποτό, τις ενθουσιώδεις κυρίες, αλλά τελικά
του έπεσαν βαριά
κι έγραψε λιγότερα από
εκατό ποιήματα –
αλλά μπορούσε να τ’ απαγγέλει όλα
υπέροχα
από μνήμης
και σύντομα το αν θα απάγγελνε ή θα ‘πινε ή θα συνουσιαζόταν
έγινε η μόνη του
έγνοια.
θύμα της ίδιας του της ματαιοδοξίας
και των επαίνων μικρόνοων ανθρώπων,
ξέρασε πάνω στους αιώνες
κι οι αιώνες
του
το
ανταπέδωσαν.
Τσαρλς Μπουκόφσκι,
“Η Λάμψη της Αστραπής Πίσω Απ’ το Βουνό“,
Μετάφραση: Σώτη Τριανταφύλλου,
Εκδόσεις ΗΛΕΚΤΡΑ, 2004.
RSS feed for comments on this post. TrackBack URL
Μα έχω αρχίσει και τα μπερδεύω πάλι..
Τελικά όλοι ήταν μια χαρούμενη παρέα με όλους!
Τι δουλειά είχε ο Μπουκόφσκι με τον Τόμας πάλι?!
Νομίζω πως τον θαύμαζε κρυφά, παρ’ όλα τα καντήλια…