Γι’ αυτό, σημειώνω εδώ: όσο πιό πλούσιος είναι κάποιος τόσο πιό κάφρος είναι. Τα πλούτη, η άνεση: σε κάνουν να πιστεύεις πως μπορείς να κάνεις τα πάντα, σε σταματάνε από το να σκέφτεσαι, από το να πράττεις καθαρά, σου σκοτώνουνε τη συνείδηση. Φυσικά, υπάρχουνε βαθμίδες, γι’ αυτό και το γράφω ως γενικό κανόνα…
Το κλείνω. Αρκετά. Ένα μάτσο αηδίες. Και ποιός είσαι εσύ ρε μάστορα, που θα μας πεις τι κάνει ο πλούτος και τι όχι; Ποιός είσαι;.. Έπιασε ο καθένας έναν στυλό κι ένα τετράδιο και… Α! Με συγχωρείτε, δεν συστήθηκα: Ιάκωβος Τσιτουράκης, εκμεταλλευτής περουσιών. Των γονιών μου, κυρίως. Γενικά χαμογελαστός. Ελεύθερος τύπος. Πίνω πολύ νερο και μου αρέσουνε τα πικάντικα γεύματα.
Έχω μιαν ιστορία να σας πω, έχει να κάνει με χθες το βράδυ που γύριζα σπίτι μου με τον κολλητό μου. Ο κολλητός μου, ψηλό παληκάρι, γενικά χαμογελαστός, ελεύθερος τύπος, τον λένε Χρήστο. Τον φιλοξενώ τον τελευταίο καιρό, καθώς έπιασε δουλειά σε ένα βενζινάδικο εδώ πιο κάτω και θέλει να κρατήσει μια καβάτζα σε λεφτά, να πάει ένα ταξίδι, κάτι τέτοιο. Είναι μαλωμένος με τους δικούς του. Για τα όνειρα του. Έχει όνειρα ο Χρήστος. Δε τα πραγματοποιεί ποτέ βέβαια, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Πρόβλημα του. Εγώ δεν έχω όνειρα, εντάξει, ίσως δυό-τρία στη καβάτζα — όπως το να καταφέρω να πηδηχτώ με δυό γκόμενες ταυτόχρονα, όπως το να παίξω κιθάρα μπροστά σε πολύ κόσμο που να χειροκροτάει από κάτω, τέτοια πράγματα. Αλλά δε καίγομαι κιόλας. Καλά περνάω κι έτσι…
Χθες το βράδυ, βγήκαμε έξω για γύρα, βρήκαμε κάποιον φίλο του Χρήστου απ’ τα παλιά — οι δυό τους είχανε γνωριστεί στο φανταριλίκι ή στη σκοπιά ή στο περίπολο, δε θυμάμαι ακριβώς και δε μου κάνει κι εντύπωση. Στ’ αρχίδια μου εμένα το φανταριλίκι, ως που να φτάσει η ώρα να παρουσιαστώ θα έχει καταργηθεί όλη αυτή η μαλακία. Τέλος πάντων, αυτός ο φίλος του Χρήστου, ο Α., επέμενε να πάμε στην αυλή του για τσίπουρο και μεζέ. Δε θέλαμε πολύ βέβαια κι εμείς, βρήκαμε επιτέλους τι θα κάναμε να σκοτώσουμε την ώρα μας, αντί να τριγυρνάμε δίπλα στη παραλία και να σφυρίζουμε όποτε βλέπαμε καμιάν όμορφη. Α, ναι, η παραλία: εδώ πέρα είναι ένα παραλιακό, μικρό χωριουδάκι, έχει μιά παραλία και κάτι σκόρπιους δρόμους, είναι γραφικό, έχει το γούστο του σίγουρα. Σου σκοτώνει βέβαια τη φαντασία με τη ρουτίνα του και την έλλειψη επιλογών (ο Χρήστος διαφωνεί, όλο τσατίζεται όταν του το λέω αυτό και μου φωνάζει πως “οι επιλογές είναι πάντα εκεί, ανεξαρτήτως μέρους και ώρας, θέμα διάθεσης είναι ρε φιλαράκο, θέμα διάθεσης!“. Τέλος πάντων, δε περιμένω και πολλά από τον Χρήστο, όλο λόγια και φιγούρα είναι, καλά-καλά τα κορδόνια του δε μπορεί να δέσει)… Δε γαμείς, είναι γραφικά, πολλοί θα μας ζήλευαν.
Κάτσαμε -το λοιπόν- στην αυλή, ήπιαμε τα τσιπουράκια μας, τσιμπήσαμε κάτι σχεδόν ζωντανές ντομάτες και κάτι σίγουρα ψόφια ψάρια, μασουλήσαμε λίγα παξιμάδια, είπαμε και τα “δικά μας”, τα ίδια λόγια φτου κι από την αρχή, μη τυχόν κι εξεχαστούμε και νομίσουμε πως άλλαξε κάτι, έφυγε η γη από τον άξονα της ξέρω ‘γω ή σταμάτησε ο μπαρμπα-Άγγελος να σκοτώνει τα δέντρα και να αδειάζει το δάσος και τώρα θα πνιγούμε από την βλάστηση… Ο Χρήστος επέμενε πως χρειαζόμαστε ποτό στο καπάκι. Εγώ πάλι όχι, εγώ επέμενα να γυρίσω στο σπίτι και να πάρω αγκαλιά την εδώ και πολλά χρόνια γυναίκα μου, την αξιαγάπητη Κουβέρτα. Τελικά πέρασε το δικό του, κυρίως επειδή βαριόμουνα να γυρίσω στο σπίτι μόνος μου χωρίς μουσική. Πήγαμε οι τρεις μας στο Up & Above, το τοπικό κλαμπόμπαρο, τσιμπήσαμε από δυό ποτάκια και μια επιλογή σφηνοπότηρων γεμάτων με λογής-λογής χρώματα που σου γαμάνε το κεφάλι, το στομάχι, τα νεφρά, τα φρύδια και τις μασχάλες, παίξαμε δυό μπιλιαρδάκια με κάτι γκόμενες ξενέρωτες, βαρεθήκαμε, αυτά. Εδώ είναι που ξεκινάει το ωραίο…
Βγήκαμε -το λοιπόν- από ‘κει μέσα με τα κεφάλια μας κάπου αλλού, τώρα μη με ρωτάς που — δε ξέρω. Κατά το λαϊκόν, “είχαμε ξεφύγει”. Προχωρούσαμε στα στενάκια και φωνάζαμε ο ένας στον άλλονε κάτι ακαταλαβίστικα ΦΡΡΣΣΤΤ ΓΚΑΓΚΑ ΚΑ ΓΚΑΓΚΑ ΦΡΡΡΣΣΤΤΤ, γιατί νομίζαμε πως είναι αστείο να κάνει κανείς κάτι τέτοιο. Μετά εγώ άρχισα να του λέω για μια γκόμενα που είχα πριν τέσσερα χρόνια που ήταν και πολύ πόρνη, “η πλαμμένη η βόρνη“, χαρακτηριστικά. Μετά ο Χρήστος “ρε Ιάκωβε, εγώ λέω να κλέψουμε κάτι, κανείς δε κλειδώνει τίποτα εδώ πέρα“. Δοκίμασε να ξηλώσει κάτι φωτιστικά από τον δρόμο, έσυρε μια πινακίδα που ξερίζωσε από ένα περίπτερο για καμιά εικοσαρία μέτρα, μετά σιχάθηκε (”είναι και βαριά η πουτάνα, ‘σταδιάλα, φύγε μωρή, φύγε, ούστ γορίλλα!“), προχωρούσε μόνος του και φώναζε στους θάμνους και τις σιδεριές “δε μπορεί! Κάτι άξιο καβάτζας θα βρεθεί γαμώ τον Αϊ-Γεράσιμο, που θα πάει! Δε μπορεί!“. Τελικά βρήκε ένα ποδήλατο, ολοκαίνουριο, κάτω από το παράπηγμα των Αλβανών. Ξεκλείδωτο. Σάμπως ποιός θα το έκλεβε, ο Αϊ-Γεράσιμος, ή τα πλουσιόπαιδα που δεν έχουνε ανάγκη από ποδήλατο;
Το σήκωσε ο κερατούκλης. Το πήρε στα χέρια, το ανέβασε ως το σπίτι και το έκρυψε πίσω από κάτι θάμνους. Χωρίς κανένα λόγο. Στ’ αρχίδια μας οι Αλβανοί, ας μάθουνε πως δεν είναι σωστό να αφήνεις πράγματα ξεκλείδωτα. Έτσι είναι η ζωή, μωρό μου. Τώρα τρώμε μακαρόνια και γελάμε.
Recent Comments