Το Όνειρο Με Τα Τρία Κορίτσια

Σεντόνια και κεριά και μια διεστραμμένη μουσική που βγαίνει από τα ηχεία και τοίχοι που πάνω τους έχουνε παιδικές κεντημασιές με καραβάκια, “Greece” και σημαιούλες, η κουβέρτα δεμένη στην κουβερτίστικη εκδοχή του διάσημου δεσμού που αντιμετώπισε ο κοσμοκατακτητής πρόγονος ημών Αλεξάκης, το laptop που φέγγει, ο σκληρός μου δίσκος που νομίζει πως είναι ντισκο-μπάλα, ΚΑΡΑΓΚΑΜΠΑΜ, κάνουνε οι βλεφαρίδες μου και ανοίγουνε τα μάτια. Ρεαλιστικότατη εισαγωγή, σωστά; Τέλος πάντων, ας ξαναπροσπαθήσουμε παρεούλα να τη παλέψουμε τη δουλειά: Ξυπνάω ιδρωμένος και αλαφιασμένος. Από πάνω ως κάτω ιδρωμένος. Παντού. Ιδρωμένος σε σημείο που μοιάζω σα να ξάπλωσα μόλις βγήκα από τη πισίνα ή το ντους. Πολύ αλαφιασμένος. Τρέμοντας. Σα να κολυμπούσα με την πρώτη και τελευταία μου καθηγήτρια γαλλικών στη πισίνα ή να έκανα κάτι χειρότερο μαζί της στο ντους.

Στο χρονικό διάστημα ανάμεσα στη συνειδητοποίηση της πραγματικότητας και του καφέ (ή μήπως τα έγραψα αντίστροφα;) σκοντάφτω, ψελλίζω “Τώρα, τώρα, γαμώ τα νιάτα της Ελλάδος μου γαμώ” και άλλα χαρωπά και άσχετα με το παρακάτω κείμενο — αλλά συνέβησαν, και εμείς είμαστε ρεαλιστικοί, χρυσό μου. Ρίχνω κάτω τον αναπτήρα. Φιλάω σταυρωτά τον Σπύρο, έταιρο συνέταιρο. Καλημερίζω την γιαγιά μου — όλως περιέργως δεν με ρωτάει αν το φαγητό είναι ανάλατο, σκέφτομαι, μόνο και μόνο για να με μουτζώσω νοητικά: η ώρα είναι εφτάμισι το πρωί, μαλάκα. Ε και; Αυτή είναι ικανή να με ξυπνήσει στις τέσσερις τα ξημερώματα και το μόνο που θα έχει να πει είναι: ήταν το φαγητό ανάλατο; Πορτοκαλάδα θέλεις; Ψωμί; Χαρτοπετσέτα; Πιρούνι δεύτερο; Μαγουλάκια χήνας γεμιστά με μορταδέλα; Έτσι είναι οι γιαγιάδες, και ας μην τις αγαπάμε για τις ερωτήσεις τους (αν είχαν ταλέντο στις ερωτήσεις αντί του μαγειρέματος και του ενδιαφέροντος θα ήταν δημοσιογράφοι ή τηλεπαρουσιαστές ή δικηγόροι, προοπτική πολύ πιο άσχημη από σπιτονοικοκυρές), τις αγαπάμε για τη παρουσία τους, το ενδιαφέρον τους, τα μαγουλάκια χήνας γεμιστά με μορταδέλα τους, ή τον τρόπο που τυλίγουν φύλλο για σούσι. Ξεχωριστή μνεία στη γιαγιά μου λοιπόν, σ’ αυτή τη παράγραφο. Γιαγιά σ’ αγαπάω αλλά φύγε, άσε με να κάνω το τσιγάρο μου και να πιώ τον καφέ μου χωρίς δεύτερο πηρούνι.

Τί διάολο ήταν τώρα αυτό; Ήταν άραγε οι Sightings παρέα με τον Tom Smith που άφησα να παίζουνε στο laptop όλο το βράδυ; Ήταν οι καφέδες που με έκαναν να κοιμηθώ απότομα και στριφογυριστά; Το άγχος για τις τράπεζες, τα δάνεια, τις προετοιμασίες του ξενοδοχείου ή της ζωής μου γενικά; Κακό συναπάντημα; Σημάδι θεϊκό;

Ονειρεύτηκα το βράδυ πως βρισκόμουνα σε κάποιο μεγάλο γλέντι. Ήταν γλέντι χαράς, νομίζω γάμου, μπορεί να ήταν και τα βαφτίσια της δίμηνης αδερφούλας μου. Βρισκόμασταν σε ένα από εκείνα τα τόσο γραφικά και συμπαθητικά, πλην ύπουλα, χωριουδάκια της Μακεδονίας. Το ήξερα το μέρος, είχα ξαναβρεθεί εκεί — σε όνειρο ή όχι, δε θυμάμαι. Είχαμε στήσει χορό κι εγώ είχα δεχτεί λέει να πάρω μέρος. Χόρευα με τρεις κοπελούδες, δυό λίγο πιο μικρές από εμένα και μιά τοσοδούλα, θα ‘τανε δε θα ‘τανε δώδεκα χρονώ, αδερφή αυτηνής που γλυκοκοιτούσα. Καμία τους δεν φορούσε γυαλάκια. Πάνω στον χορό, έκλεισα τα μάτια μου και στριφογύρισα λέει. Κόντεψα να πέσω πάνω στη μέση της φιγούρας μου όπως τις φορές εκείνες που πίνω και κάνω κέφι και δε μπορώ να ελέγξω τις αντιδράσεις μου, αλλά αντί να το βάλω κάτω χαμογέλασα με τα μάτια ακόμα κλειστά και γύρισα να δω τις κοπελούδες, έτοιμος να βάλω τα γέλια με το που θα αντίκρυζα τα βλέμματα τους. Η μία από τις κοπελιές είχε πέσει κάτω: η φίλη αυτηνής που χαλβάδιαζα, λέει. Τώρα ο κόσμος ερχότανε προς το μέρος μας, κοιτώντας με απότομα, σα να έφταιγα εγώ για την λυποθυμία της — ήταν άραγε λυποθυμία;

Ήξερα αυθόρμητα τι να κάνω. Ήταν στο πίσω μέρος του κεφαλιού μου. Έτρεξα -κάποιος με φώναξε, ο κόσμος μουρμούριζε καθώς τους παραμέριζα- προς την άκρη του χορού, προς κάτι σαν κήπο. Είμαι σίγουρος πως έψαχνα να βρω κάτι, μόνο που μετά τον ύπνο δε θυμάμαι πιά τί έψαχνα. Είχε χόρτα, άγρια χόρτα που ξεπετάγονταν ακόμα και μέσα από τις τσιμεντένιες άκρες, πνίγανε τριαντάφυλλα και κατιφέδες και κάτι άλλα ωοειδή λουλούδια που μοιάζανε να ανθίζουνε σε στρώσεις, κόκκινα και κίτρινα. Στιγμιαία θυμήθηκα πως κάτι είχε τσιμπήσει λέει τη κοπελούδα, κάποιο είδος εντόμου. Που στο διάολο το ήξερα εγώ αυτό; Ε, το ήξερα!

Δοκίμασα να βρω αυτό που έψαχνα, μέχρι που κάτι πετάχτηκε μέσα από τα χόρτα. Ήταν ένα φίδι, τοσοδούλικο και γκρίζο, ίσαμε το μισό από το μικρό μου δάχτυλο σε πάχος, δυό φορές σε μήκος. Παρά το μέγεθος του όμως -μικρό απαίσιο μπασταρδάκι!- μπορούσε να μιλήσει, θυμάμαι πεντακάθαρα πως μου μίλησε, πως κάτι είπε σαν “και τώρα, η αποκάλυψη“, κάτι ειρωνικό και φτυσμένο ανάμεσα στα δόντια. Και πετάχτηκε!, και χώθηκε μέσα στο δέρμα μου!, μέσα στο δέρμα του ποδιού, λίγο πιό πάνω από τη κάλτσα. Αηδιαστικό πλάσμα, κάθαρμα, ένιωθα το πως ανέβαινε προς τα μέσα μου λέει.

Άρχισα να τσιρίζω σαν μικρό κοριτσάκι, ανεξέλεγκτα, τσίριζα και είχα πέσει στα γόνατα μου και φώναζα να βγει και είδα κόσμο να τρέχει προς τα εμένα. Μετά άκουσα το κουδούνι.

Το σημειώνω εδώ, πρώτον: επειδή είναι αρκετά σημαντικό όνειρο και γεμάτο με λεπτομέρεις που θυμάμαι καθαρά μετά το ξύπνημα -πράγμα από μόνο του αρκετά σπάνιο- και με άλλες που δεν θυμάμαι, αλλά θυμάμαι πως υπήρξαν. Και δεύτερον: επειδή το βρίσκω συμβολικό και όμορφο, ασχέτως της τρομάρας που πήρα. Χρειάζονται και οι τρομάρες στη ζωή άλλωστε…

Τον καφέ μου τον ήπια, τα τσιγάρα μου τα έκανα, έβγαλα το ψωμί μου τρέχοντας όλη μέρα και τώρα ήρθε η ώρα της ξεκούρασης — και γιατί όχι, των κεριών, της μουσικής και του blogging.

Κανένα Σχόλιο »

Κανείς δεν σχολίασε ακόμα.

RSS feed for comments on this post. TrackBack URL

Σχολίασε