Λευτέρης Κεϊζης – Λοβαφερινσορτκάτς (48-53)

1.

“Και τί ζητάς εδώ”, ρώτησε ο διπλανός μου, “σ’ αυτή την κωλοπόλη”;
“Γιατί τη λες κωλοπόλη;”
“Γιατί είναι κωλοπόλη”.
“Ας είναι”, είπα, “εμένα μ’ αρέσει”.
Έριξα με τρόπο μια ματιά προς τον άλλον. Είχε από ένα χέρι σε κάθε γοφό και κάτι της ψιθύριζε στο αυτί. Μπορεί δηλαδή και να τη φιλούσε, δεν μπορούσα να καλοδώ. Μπορούσα όμως να βλέπω την έκφραση του προσώπου της. Το κεφάλι πεσμένο ελαφρά προς τα πίσω, τα μάτια μισόκλειστα, τα χείλια χαλαρά — μιά ιδέα ανοιχτά, η γυναίκα περνούσε καλά. Καμάρωσα για τη πάρτη του.
“Και πόσο καιρό είσαι δώ;”
“Πολύ”.
“Σε πολύ καιρό συμβαίνουν πολλά”.
Έχεις δίκιο, είπα μέσα μου και σκέφτηκα την πρώην δικιά μου.

Το είχαμε συνήθεια να συναντιόμαστε στην πόλη χωρίς να δίνουμε συγκεκριμένο ραντεβού, αφήναμε τις αόρατες δυνάμεις να μας οδηγούν τον έναν στον άλλον. Μας άρεσε να νιώθουμε τα πρωτόνια και τα νετρόνια και όλα αυτά τα σωματίδια που μας αποτελούσαν, να έχουν εξαπολυθεί στους αιθέρες της πόλης με τουρμπίνα το πάθος και να ψάχνουν επαφή μεταξύ τους. Όταν βρισκόμασταν, αισθανόμασταν πολύ ιδιαίτερα διαπιστώνοντας πως έπιαναν οι Μαγείες μας. Ήταν τέλεια.
Είχαμε ταλέντο στο να βρισκόμαστε.

2.

“Χούλιο;”
“Έλα!”
“Τελικά, ξέρω γιατί την έχασες την πρώην δικιά σου”.
“Γιά λέγε!”
“Την έχασες γιατί σκεφτόσουνα πολύ”.
“Ίσα-ίσα που δεν σκεφτόμουνα καθόλου. Μετά άρχισα να σκέφτομαι”.
“Δεν εννοώ, ρε παιδί μου, τη σκέψη σου, τη συνειδητή. Αυτό το κάνεις τώρα, εκ των υστέρων. Έτσι είναι αυτά, ύστερα σκέφτεσαι. Αλλά και τότε, που δρούσες, σκεφτόσουνα, ρε παιδί μου. Δεν το ήξερες, αλλά η ψυχή σου, τα γονίδια σου, δεν ξέρω τι, όλα αυτά σκεφτόντουσαν. Είχες εμπλακεί σε πολλές σκέψεις και τα είχες ψιλοχάσει. Στην υγειά μας!”
“Εις υγείαν… Δηλαδή, Μάρολιν, εσύ έτσι λες να έγινε…;”
“Εγώ, Χούλιο, έτσι λέω”.
“Και οι Ανώτερες Δυνάμεις, ο Αυτόματος, που λέγαμε;”
“Αυτές εννοούνται. Αυτές τα κάνανε τα γονίδια σου και τα υπόλοιπα σου να είναι όπως είναι. Και κάνανε κι αυτούς που σε ψάχνουνε και τους ψάχνεις στη ζωή αυτή. Στους φέρνουνε και μπροστά σου… Κι εσένα μπροστά τους. Τα υπόλοιπα δικά σας”.
“Αυτά, Μάρολιν, πού τα έμαθες;”
“Δε σου λέω”.
“Έλα, ρε Μάρολιν…”
“Τα έμαθα στη ζωή μου. Μου τα μάθανε οι φιλενάδες μου και οι φίλοι μου…, πάρε τσιγάρο…”

3.

Η ώρα περνούσε. Ένιωθα σιγά-σιγά το αλκοόλ να δρα και το ενδιαφέρον μου για τις δραστηριότητες του άλλου να μειώνεται. Είχε χουφτώσει τώρα τη γυναίκα και τη χάιδευε αρπακτικά. Ο συνομιλητής μου ήταν στον κόσμο του. Διηγόταν ιστορίες περί παθών.
“…Αυτή ήταν μεγάλο σχολείο για μένα…”
Μου ζήτησε τσιγάρο. Του έδωσα, πήρα κι ο ίδιος, παράγγειλα ποτά και κοίταξα την ώρα. Κόντευαν δύο.
“Πού μείναμε;” Ρώτησε και πήρε μια βαθιά ρουφηξιά.
“Στο σχολείο“. Κάθισα αναπαυτικά.
“Μάλιστα, στο σχολείο. Αυτή που λες, την αγαπούσα πολύ. Ήταν για μένα η μία και μοναδική”.
Έμεινε για λίγο σκεφτικός. Είχα την εντύπωση ότι προσπαθούσε να θυμηθεί όχι τόσο αυτή, όσο αυτά που ένιωθε τότε. Τον κοίταξα. Είχε ξαναχάσει τον ειρμό.
Προσπάθησα να τον βοηθήσω.
“Και τί έγινε μ’ αυτήν;”
“Τίποτα δεν έγινε. Δεν ήμουν γι’ αυτήν ο ένας και μοναδικός. Ήμασταν πολλοί. Τότε δεν τα μπορούσα αυτά. Τότε ήθελα… πώς να πούμε…;”
“Αποκλειστικότητα;”
“Μπράβο, αυτό”.
Γέλασε κάπως περίεργα. Τώρα που το ξανασκέφτομαι περίεργα δεν είναι η σωστή λέξη για την περίπτωση. Γέλασε σαν τον Βούδα. Έτσι!
“Σήμερα δεν θέλεις αποκλειστικότητα;”
“Ξέρεις κανέναν που να μη θέλει; Θέλω, αλλά δε μου είναι αναγκαίο όπως τότε. Έλα πιο κοντά…”
Συνόδευσε τη φράση του με ένα νεύμα Νονού. Το πρόσωπο του έδειχνε ξαφνικά ξύπνιο. Τον πλησίασα κι άλλο. Έσκυψε προς το μέρος μου και μίλησε σιγά.
“Κοίτα, να πούμε, τη γυναίκα μου…”
Ξεμέθυσα. Με είχε πιάσει στον ύπνο, εξ απήνης, που λένε. Ήθελα να ρίξω μια ματιά στους δύο, αλλά ήταν αδύνατο.
Είχα παραλύσει.

Λευτέρης Κεϊζης, “Λοβαφερινσορτκάτς — Ψιλοκομμένο Πάθος“.
Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 1999.
Σελίδες 48-53.

tabs-top

Δεν υπάρχουν σχετικά posts. Ορίστε μερικές τυχαίες επιλογές

bookmark bookmark bookmark bookmark bookmark bookmark bookmark bookmark bookmark bookmark bookmark bookmark
tabs-top

2 Σχόλια »

  1. LesLesvresNues Είπε:

    1on : Ma…to lovaferingsortkats?
    2on : Ma…eisai pragmatika toso kammenos?
    3on : Magika i magia?Idou i aporia…
    4on : POU STON POUTSO EISAI RE MALAKA POU SE PERNO TILEFONO KATHE MERA
    5on : To epomeno einai na daktilografiseis to “I,Spryros”?
    6on : Anoixe kamia fora to kinito sou.(An kai kapou paei to mialo mou oso afora ton logo pou to ekleises kai kati mou leei pos evala ki ego to xeraki mou…)

    comment-bottom
  2. Sino Σ. Banes Είπε:

    Ας κρατήσουμε τα προσωπικά μας εκτός του Sin & Denial, αν γίνεται! :D

    Δεν έχω κινητό. Τόσο απλό… 8)

    comment-bottom

RSS feed for comments on this post. TrackBack URL

Σχολίασε