Archive for May, 2006

Δεν Θυμάμαι Που Ακριβώς Ήταν το Δυστύχημα, Αλλά…

Τέλος πάντων, κάπως θα ξεκινήσει κι αυτό“, χαρωπά-χαρωπά εχοροπήδησε ο Ιάκωβος. “Θα ξεκινήσει, δε θα ξεκινήσει; Ε; Τί λες κι εσύ, θα ξεκινήσει; Κάπως πρέπει να ξεκινήσει…“. Και πήγε παρακάτω. Και ξαναγύρισε. Και ξαναπήγε. Και ήρθε πίσω και σήκωσε το πάνω του χείλι, δείχνοντας δόντια κατακίτρινα και με μπαλώματα μούχλας — τουλάχιστον μούχλα έμοιαζε να είναι αυτό το πράγμα, αρκετά τρομακτικό, σας διαβεβαιώ. Τρομακτικό, χμ — ίσως η λέξη που ψάχνω να είναι αποτρόπαιο. Ίσως. Τέλος πάντων, αυτή είναι η αρχή (για να δοκιμάσουμε τις αντοχές σας. Ξέρετε τί είναι η αρχή; Ε; Ξέρετε λοιπόν τι είναι η αρχή; Ε;). Αυτό ήταν ένα χαμόγελο. Κίτρινο.

Θα ξεκινήσει, ξέρω ‘γω ρε Ιάκωβε, θα ξεκινήσει…” του απάντησε κι εκείνος. Δε χαμογέλασε όμως. Στη τελική, μάγκα μου, τί χαμόγελο να ρίξεις εδώ πέρα, σιγά το σπουδαίο κέφι. Θα ξεκινήσει. Και θα χωθούμε, το ξέρουμε όλοι, αν και όταν. Εντάξει, ο Ιάκωβος σε γενικές γραμμές πάντα χαμογελούσε -ήταν μιά από τις μικρές σιροπιαστές του εκδικήσεις, εκδικούνταν την κοινωνία που τον έκανε πρεζάκι στη ζάχαρη, λογικά- και πάντα χοροπηδούσε και πάντα σιγοσφύριζε όταν περπατούσε ή στεκόταν ή δεν έκανε τίποτε άλλο και εδώ που τα λέμε ο Ιάκωβος πάντα ήταν και γαμώ τα άτομα. Κρίμα που τον χάσαμε σε εκείνο το αεροπορικό δυστύχημα, το ενενηντατέσσερα — τρεις μέρες μετά δηλαδή.

Εγώ τους κοιτούσα από απόσταση. Πιό πολύ μ’ ενδιέφερε να μάθω για τον νέο δίσκο της Siouxsie.

Εκείνος ανέβασε τα μάτια του. Ο Ιάκωβος σταμάτησε να βολτάρει και έκατσε στην άκρη του πηγαδιού. Σφυρίζοντας. Εγώ άναψα τσιγάρο. Ο Ιάκωβος άρπαξε τη μπύρα από τα χέρια του και βάλθηκε να θρυμματίζει το γυαλί του μπουκαλιού, συνεχίζοντας να σφυρίζει σα να μη παίζει τίποτα. Εγώ πέταξα το τσιγάρο. Ασσάκι. Ο Ιάκωβος έτριβε τα σπασμένα γυαλιά με τα παπούτσια του τώρα. Εκείνος κοιτούσε τα γυαλιά να πηγαινοέρχονται κάτω από τις σόλες του Ιάκωβου και να τρίζουν, αμίλητος. Εγώ έψαχνα τον αναπτήρα μου να ανάψω το επόμενο τσιγάρο. Ο ήλιος κάπου ήθελε να πάει.

Η αμιλησιά κόπηκε.
Ας ξεκινήσει, δικέ μου. Να ξεκινήσει τώρα. Να πως θα ξεκινήσει. Θα το κάνω εγώ. Θα πάω, θα τους βρω, θα ρωτήσω. Ώπα ρε μάγκες, πώς θα μπούμε κι εμείς; Έτσι θα τους πω. Θα δω τι μπορεί να γίνει. Δεν είναι δα και τίποτα το τρομερό. Σωστά; Έ; Αν είναι να ξεκινήσει, ας ξεκινήσει τώρα“. Ο Ιάκωβος είχε ξανασηκωθεί και σχεδόν κωπηλατούσε, τόσο έντονα προχωρούσε από το ένα σημείο στο άλλο. Εκείνος απλά κουνούσε το κεφάλι. Εγώ δοκίμασα να του δώσω τσιγάρο. Ο Ιάκωβος περίμενε προφορική επιβεβαίωση. Εκείνος πήρε το τσιγάρο και αφότου το άναψε είπε απλά “Ε, ναι. Σωστά“.

Ρώτησα για τη Siouxsie. Ο Ιάκωβος είπε πως γαμεί. Και χαμογέλασε κιτρινωπά και οδοντωτά και πανωχειλοσηκωματιάρικα. Χαμογέλασε.

Ήταν η τελευταία φορά που τον έβλεπα.

Σήμερα Η Τελευταία Μου Σερμπαντίνα Μ’ Έφερε Σ’ Εσένα, Θ.

Θέλω να σου πω ένα ευχαριστώ
Σαν τελειωμένος τυφλός και σακάτης τζαζάς πιανίστας
Μπροστά στο τελευταίο του κοινό
Και το πιάνο χαλασμένο, παλαιό σα το τραγούδι μας

Και ένας-ένας το κοινό σηκώνεται και φεύγει
Α, πάλι δε θα μας παίξει εκείνο τον παλαιό σκοπό
Δε θα διασκεδάσουνε με μικροπροβλήματα ως έχει
Θέλω απλά να σου πω ένα ευχαριστώ

Τώρα που μείναμε οι δυό μας… Ευχαριστώ
Ευχαριστώ, που περίμενες τόσα χρόνια
Μ’ ένα χαμόγελο κυμματιστό
Και που δε προσπάθησες να σταθείς εμπόδιο

Ακόμα και τις στιγμές που η μουσική που άκουγα
-αυτό το τρελό κλάκατι-κλακ-όρμα-εμπρός,
αυτή η τρελλή αλληλουχία από βότσαλα-
Με έφερε στα πιό επικίνδυνα μέρη μέσα μου

Που όταν περπάτησα ανάποδα από εσένα,
Δε ρώτησες γιατί και πώς αλλά συνέχισες
Να χαμογελάς, κυλάς, να μανιάζεις,
Να εκφράζεις αυτό που όλοι θέλουμε να εκφράσουμε.

Το Όνειρο Με Τα Τρία Κορίτσια

Σεντόνια και κεριά και μια διεστραμμένη μουσική που βγαίνει από τα ηχεία και τοίχοι που πάνω τους έχουνε παιδικές κεντημασιές με καραβάκια, “Greece” και σημαιούλες, η κουβέρτα δεμένη στην κουβερτίστικη εκδοχή του διάσημου δεσμού που αντιμετώπισε ο κοσμοκατακτητής πρόγονος ημών Αλεξάκης, το laptop που φέγγει, ο σκληρός μου δίσκος που νομίζει πως είναι ντισκο-μπάλα, ΚΑΡΑΓΚΑΜΠΑΜ, κάνουνε οι βλεφαρίδες μου και ανοίγουνε τα μάτια. Ρεαλιστικότατη εισαγωγή, σωστά; Τέλος πάντων, ας ξαναπροσπαθήσουμε παρεούλα να τη παλέψουμε τη δουλειά: Ξυπνάω ιδρωμένος και αλαφιασμένος. Από πάνω ως κάτω ιδρωμένος. Παντού. Ιδρωμένος σε σημείο που μοιάζω σα να ξάπλωσα μόλις βγήκα από τη πισίνα ή το ντους. Πολύ αλαφιασμένος. Τρέμοντας. Σα να κολυμπούσα με την πρώτη και τελευταία μου καθηγήτρια γαλλικών στη πισίνα ή να έκανα κάτι χειρότερο μαζί της στο ντους.

Continue reading ‘Το Όνειρο Με Τα Τρία Κορίτσια’

Λένα Παππά - Το Δωμάτιο

“Μες στο κλειστό δωμάτιο, μπορείς να βρεις
ό,τι δεν τόλμησες ποτέ να ονειρευτείς,
και ό,τι μέσα σου βαθιά αγάπησες
κι όμως ποτέ δεν είδες να βγαίνει αληθινό.

Όλα είν’ εκεί, εκεί υπάρχουν όλα
μες το κλειστό δωμάτιο όλα ή τίποτα.
Αγάλματα Θεών λησμονημένων
και της Ελένης το πουκάμισο.

Continue reading ‘Λένα Παππά - Το Δωμάτιο’

Ντύλαν Τόμας: Κι Ο Θάνατος Δεν Θα ‘Χει Εξουσία

Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.
Γυμνοί οι νεκροί στον άνεμο και το γερτό φεγγάρι
Με τον άνθρωπο θα σμίξουν
Όταν γλυφτούν τα κόκκαλα τους
και τα γλυμμένα κόκκαλα χαθούν,
Θα ‘χουν αστέρια σε αγκώνα και ποδάρι
Αν και τρελοί, θα συνεφέρουν,
Αν και θαλασσόπνιχτοι, θ’ αναδυθούν,
Αν κι εραστές χαμένοι αυτοί, δεν θα χαθεί η αγάπη
Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.

Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.
Κάτω απ’ τις δίνες της θαλάσσης
Χρόνια χωμένοι αυτοί, θάνατο ανεμόδαρτο δεν θα βρουν
Σε μεγκένη στριμμένοι, με τους τένοντες λυμένους,
Παιδεμένοι σε τροχό, δεν θα τσακίσουν
Στα χέρια τους η πίστη θ’ ανοίξει
Και μονόκερα στοιχεία θα τους ξεσκίσουν,
Κουρελιασμένοι ολόκληροι, και δεν θα σπάσουν
Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.

Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.
Ας πάψουν πιά να σκούζουν στ’ αυτιά τους οι γλάροι
Και στις ακτές τα κύμματα να σκάζουν άγρια
Λουλούδι όπου ξεμύτισε μην ξεμυτίσει πιά
Να υψώσει το κεφάλι του στους χτύπους της βροχής.
Αν και τρελοί, αν και νεκροί σαν τ’ άψυχα καρφιά,
Κεφάλια σημαδιών αυτοί, χτυπούν με μαργαρίτες
Χτυπούν τον ήλιο, όσο που να ξεκαρφωθεί
Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.

Ντύλαν Τόμας (1914-1953), “Κι Ο Θάνατος Δεν Θα ‘Χει Εξουσία“.
Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας.
Εκδόσεις Ελέυθερος Τύπος, 1988.




Bad Behavior has blocked 33 access attempts in the last 7 days.