“Τέλος πάντων, κάπως θα ξεκινήσει κι αυτό“, χαρωπά-χαρωπά εχοροπήδησε ο Ιάκωβος. “Θα ξεκινήσει, δε θα ξεκινήσει; Ε; Τί λες κι εσύ, θα ξεκινήσει; Κάπως πρέπει να ξεκινήσει…“. Και πήγε παρακάτω. Και ξαναγύρισε. Και ξαναπήγε. Και ήρθε πίσω και σήκωσε το πάνω του χείλι, δείχνοντας δόντια κατακίτρινα και με μπαλώματα μούχλας — τουλάχιστον μούχλα έμοιαζε να είναι αυτό το πράγμα, αρκετά τρομακτικό, σας διαβεβαιώ. Τρομακτικό, χμ — ίσως η λέξη που ψάχνω να είναι αποτρόπαιο. Ίσως. Τέλος πάντων, αυτή είναι η αρχή (για να δοκιμάσουμε τις αντοχές σας. Ξέρετε τί είναι η αρχή; Ε; Ξέρετε λοιπόν τι είναι η αρχή; Ε;). Αυτό ήταν ένα χαμόγελο. Κίτρινο.
“Θα ξεκινήσει, ξέρω ‘γω ρε Ιάκωβε, θα ξεκινήσει…” του απάντησε κι εκείνος. Δε χαμογέλασε όμως. Στη τελική, μάγκα μου, τί χαμόγελο να ρίξεις εδώ πέρα, σιγά το σπουδαίο κέφι. Θα ξεκινήσει. Και θα χωθούμε, το ξέρουμε όλοι, αν και όταν. Εντάξει, ο Ιάκωβος σε γενικές γραμμές πάντα χαμογελούσε -ήταν μιά από τις μικρές σιροπιαστές του εκδικήσεις, εκδικούνταν την κοινωνία που τον έκανε πρεζάκι στη ζάχαρη, λογικά- και πάντα χοροπηδούσε και πάντα σιγοσφύριζε όταν περπατούσε ή στεκόταν ή δεν έκανε τίποτε άλλο και εδώ που τα λέμε ο Ιάκωβος πάντα ήταν και γαμώ τα άτομα. Κρίμα που τον χάσαμε σε εκείνο το αεροπορικό δυστύχημα, το ενενηντατέσσερα — τρεις μέρες μετά δηλαδή.
Εγώ τους κοιτούσα από απόσταση. Πιό πολύ μ’ ενδιέφερε να μάθω για τον νέο δίσκο της Siouxsie.
Εκείνος ανέβασε τα μάτια του. Ο Ιάκωβος σταμάτησε να βολτάρει και έκατσε στην άκρη του πηγαδιού. Σφυρίζοντας. Εγώ άναψα τσιγάρο. Ο Ιάκωβος άρπαξε τη μπύρα από τα χέρια του και βάλθηκε να θρυμματίζει το γυαλί του μπουκαλιού, συνεχίζοντας να σφυρίζει σα να μη παίζει τίποτα. Εγώ πέταξα το τσιγάρο. Ασσάκι. Ο Ιάκωβος έτριβε τα σπασμένα γυαλιά με τα παπούτσια του τώρα. Εκείνος κοιτούσε τα γυαλιά να πηγαινοέρχονται κάτω από τις σόλες του Ιάκωβου και να τρίζουν, αμίλητος. Εγώ έψαχνα τον αναπτήρα μου να ανάψω το επόμενο τσιγάρο. Ο ήλιος κάπου ήθελε να πάει.
Η αμιλησιά κόπηκε.
“Ας ξεκινήσει, δικέ μου. Να ξεκινήσει τώρα. Να πως θα ξεκινήσει. Θα το κάνω εγώ. Θα πάω, θα τους βρω, θα ρωτήσω. Ώπα ρε μάγκες, πώς θα μπούμε κι εμείς; Έτσι θα τους πω. Θα δω τι μπορεί να γίνει. Δεν είναι δα και τίποτα το τρομερό. Σωστά; Έ; Αν είναι να ξεκινήσει, ας ξεκινήσει τώρα“. Ο Ιάκωβος είχε ξανασηκωθεί και σχεδόν κωπηλατούσε, τόσο έντονα προχωρούσε από το ένα σημείο στο άλλο. Εκείνος απλά κουνούσε το κεφάλι. Εγώ δοκίμασα να του δώσω τσιγάρο. Ο Ιάκωβος περίμενε προφορική επιβεβαίωση. Εκείνος πήρε το τσιγάρο και αφότου το άναψε είπε απλά “Ε, ναι. Σωστά“.
Ρώτησα για τη Siouxsie. Ο Ιάκωβος είπε πως γαμεί. Και χαμογέλασε κιτρινωπά και οδοντωτά και πανωχειλοσηκωματιάρικα. Χαμογέλασε.
Ήταν η τελευταία φορά που τον έβλεπα.
Recent Comments